ΜΗΝΟΛΟΓΙΟ ΙΑΝΝΟΥΑΡΙΟΥ

Παλιά, στα χωριά της Πάφου, οι άνθρωποι έλεγαν πως τις νύχτες του Γεννάρη ο κόσμος δεν ήταν ποτέ εντελώς ήσυχος. Από τα Χριστούγεννα ως τα Φώτα πίστευαν ότι κυκλοφορούσαν οι καλικάντζαροι· μικρά παράξενα πλάσματα που ανέβαιναν από τα βάθη της γης και τριγυρνούσαν στα χωριά και στους μύλους.

Κάποτε ζούσε ένας μυλωνάς που δούλευε σε έναν παλιό νερόμυλο έξω από το χωριό. Ο μύλος ήταν χτισμένος κοντά σε ένα ρυάκι, εκεί όπου το νερό έτρεχε ασταμάτητα και οι καλαμιές ψιθύριζαν με τον άνεμο. Τα βράδια του χειμώνα ο τόπος γινόταν ακόμη πιο έρημος. Μόνο το νερό και η πέτρα του μύλου ακούγονταν να δουλεύουν.

Ένα βράδυ του Γεννάρη ο μυλωνάς έμεινε μόνος για να τελειώσει το άλεσμα του σιταριού. Η νύχτα είχε προχωρήσει και το σκοτάδι είχε σκεπάσει τον τόπο. Κάποια στιγμή άρχισε να ακούει απ’ έξω παράξενους ήχους. Πρώτα ήρθαν κάτι χαμηλά γέλια, ύστερα σφυρίγματα και βήματα που έμοιαζαν να χορεύουν πάνω στο χώμα.

Πλησίασε προσεκτικά στο μικρό παράθυρο και κοίταξε έξω. Στο μισοσκόταδο του φεγγαριού είδε μικρές σκιές να γυρίζουν γύρω από τον μύλο. Έμοιαζαν με ανθρώπους, μα τα πόδια τους ήταν στραβά και τα χέρια τους μακριά. Τα μάτια τους γυάλιζαν μέσα στη νύχτα.

Τότε κατάλαβε πως ήταν οι καλικάντζαροι, όπως έλεγαν οι παλιοί.

Σε λίγο ακούστηκαν χτυπήματα στην πόρτα. Οι φωνές τους ήταν παράξενες και κοροϊδευτικές, και του φώναζαν να ανοίξει για να ζεσταθούν. Ο μυλωνάς όμως θυμήθηκε όσα του είχαν μάθει οι γέροι του χωριού: πως αυτά τα πλάσματα φοβούνται τον σταυρό και τη φωτιά.

Σηκώθηκε αμέσως, έκανε έναν μεγάλο σταυρό στην πόρτα και έριξε λίγο αλάτι μέσα στη φωτιά του τζακιού. Η φλόγα φούντωσε και μια βαριά μυρωδιά απλώθηκε στον μύλο.

Τότε έξω ακούστηκαν φωνές και αναστάτωση. Οι σκιές άρχισαν να τρέχουν γύρω από το κτίσμα και κάποια από αυτές φώναξε τρομαγμένη πως μύρισε παπάς. Σε λίγο τα γέλια χάθηκαν μέσα στο σκοτάδι και η νύχτα ξαναβρήκε τη σιωπή της.

Ο μυλωνάς έμεινε άγρυπνος μέχρι να ξημερώσει. Όταν βγήκε το πρωί έξω από τον μύλο, είδε στο χώμα πατημασιές που δεν έμοιαζαν με ανθρώπινες, μα σαν πόδια κατσικιού.

Οι παλιοί που διηγούνταν την ιστορία έλεγαν πάντα πως τέτοια πράγματα συνέβαιναν μόνο μέχρι τα Φώτα. Γιατί τότε, όταν αγιάζονται τα νερά, οι καλικάντζαροι φεύγουν ξανά στα βάθη της γης και ο κόσμος ησυχάζει μέχρι τον επόμενο χειμώνα.

Ο Ιανουάριος παλιά δεν ήταν ο πρώτος μήνας του έτους, αλλά ο τρίτος. Πρώτος ήταν ο Μάρτιος, ωστόσο αυτός όταν μια φορά ξεγέλασε τα αδέρφια του και ήπιε όλο το κρασί που ήταν για όλους, ο Γενάρης θύμωσε και καθώς γεροδεμένος περισσότερο, τον έκανε τουλούμι στο ξύλο και τον έβγαλε από την πρώτη θέση και την πήρε αυτός.

--------------

Ιανουάριος – Ο Γενάρης, ο πολυομβρυώτερος μήνας

Στα χωριά της Κύπρου, ο Γενάρης ήταν μήνας συννεφιασμένος και μελαγχολικός. Οι παλιοί έλεγαν πως αν κάποιος ήταν σκυθρωπός, τον ονόμαζαν «Γεννάρη», και αν κάποια στιγμή χαμογελούσε, τότε η παροιμία λέει: «Έκαμεν τζ’ ό Γεννάρης ήλιον, ή Έγέλασεν τζι ο Γεννάρης».

Τη νύχτα της παραμονής της Πρωτοχρονιάς, οι οικογένειες μαζεύονταν γύρω από τη φουκού. Στα χέρια κρατούσαν κλαδιά ελιάς και κομμάτια βασιλικιάς, τα οποία ρίχνανε στη φωτιά για να δουν αν η ευχή τους για αγάπη θα πραγματοποιηθεί. Αν το φύλλο αναπηδούσε και αναστραφεί με κρότο, ήταν σημάδι ότι η αγάπη ήταν αμοιβαία. Το τελετουργικό επαναλαμβανόταν τρεις φορές για βεβαιότητα.

Το πρωί της Πρωτοχρονιάς, μετά τη θεία λειτουργία, έκοβαν τη βασιλόπιττα. Μέσα κρυβόταν ένα μικρό αργυρό νόμισμα· όποιος το έβρισκε το φύλαγε προσεκτικά, γιατί πίστευαν ότι θα του έφερνε τύχη όλο το χρόνο. Παράλληλα, οι νοικοκυρές έριχναν λίγα από τα κόλλυβα και τα φύλλα των κλαδιών στους βόες για να ευλογηθούν τα ζώα από τον Άη Βασίλη.

Τις πρώτες πέντε μέρες του Γενάρη, οι Καλικάντζαροι κυκλοφορούσαν ελεύθεροι στα σπίτια, πονηροί, άσχημοι και μαύροι, με μακριά νύχια και αχτένιστα μαλλιά. Οι οικογένειες φρόντιζαν να τους ταΐζουν με ξεροτήανα, λουκάνικα και ψωμί, ρίχνοντας τα στο δώμα, ώστε οι δαίμονες να φάνε και να φύγουν χωρίς ζημιές. Αν κάποιος ξεχνούσε το έθιμο, οι άλλοι τον υπενθύμιζαν με τραγουδάκια:

«Τιτσίν, τιτσίν λουκάνικον, κομμάτιν ξεροτήανον, νά φάσιν τζιαι να φύουσιν»

Μετά την έκτη ημέρα, των Θεοφανείων, οι Καλικάντζαροι φεύγουν δια παντός, καθώς η αγία των υδάτων καθαγιάζει τη φύση.

Οι Γενάρηδες πίστευαν πως το φεγγάρι φωτίζει λαμπρά και ζωντανά: «Του Γεννάρη το φεγγάρι σαν την ημέραν λάμπει», και ότι από αυτόν τον μήνα οι μέρες αρχίζουν να μεγαλώνουν. Ήταν και μήνας καλών κυνηγιών, με παχουλές πέρδικες να γεμίζουν τα χωράφια.

Και έτσι, ο Γενάρης περνάει συννεφιασμένος αλλά γεμάτος μαγεία και μυστήριο, με φωτιές στις φουκιές, βασιλόπιττες, μαντείες αγάπης και καλικάντζαρους που κάνουν τα πρώτα τους πειράγματα για τη χρονιά που μόλις ξεκίνησε.