Στην κυπριακή παράδοση ο Οκτώβρης ήταν ο μήνας της ελιάς και των πρώτων φθινοπωρινών αρωμάτων. Οι παλιοί έλεγαν πως τότε η γη γεμίζει χρυσάφι στα δέντρα και πως οι άνθρωποι πρέπει να δουλέψουν με προσοχή για να μη χαθεί ο καρπός.
Κάποτε, σε ένα χωριό της Πάφου, ζούσε ένας γεωργός που είχε πολλά ελαιόδεντρα στους λόφους γύρω από το χωριό. Όλο το καλοκαίρι είχε φροντίσει τα δέντρα, πότιζε τα μικρά φυτά και καθάριζε τα κλαδιά από τα ξερά φύλλα. Όταν ήρθε ο Οκτώβρης, τα δέντρα ήταν φορτωμένα με μαύρες και πράσινες ελιές, έτοιμες για το λάδι του επόμενου χρόνου.
Ένα πρωινό, ο γεωργός πήρε το καλάθι του και ανέβηκε στο λόφο. Ο ήλιος μόλις ανέτειλε, και η δροσιά του φθινοπώρου έσταζε από τα φύλλα. Καθώς μάζευε τις ελιές, άκουσε τον ήχο του ανέμου ανάμεσα στα δέντρα και το κελάηδισμα των πουλιών που ετοιμάζονταν να φύγουν για τον νότο.
Οι παλιοί λένε πως ο Οκτώβρης είναι μήνας που διδάσκει υπομονή και προσοχή. Αν μαζέψεις τις ελιές γρήγορα και βιαστικά, χάνεται ο καρπός· αν μείνεις άπραγος, ο καρπός πέφτει στη γη και χαλάει. Ο γεωργός ήξερε αυτά τα λόγια και δούλευε προσεκτικά, ένα δέντρο κάθε φορά, για να μην χτυπήσει ή μαυρίσει καμία ελιά.
Το απόγευμα, όταν τα καλάθια ήταν γεμάτα, ο γεωργός κατέβηκε στο χωριό. Οι γείτονες τον βοήθησαν να φορτώσει τις ελιές για το ελαιοτριβείο. Όλοι γνώριζαν πως ο Οκτώβρης είναι μήνας συνεργασίας και κοινής προσπάθειας· η σοδειά δεν είναι μόνο του ενός, αλλά όλου του χωριού.
Και από τότε οι ιστορίες για τον Οκτώβρη θυμίζουν πως ο μήνας αυτός είναι μήνας καρπού, προσοχής και φροντίδας. Είναι ο μήνας που η γη δείχνει στους ανθρώπους την ανταμοιβή τους, αλλά και πόσο σημαντικό είναι να δουλεύουν μαζί για να κρατήσουν τη σοδειά ζωντανή.
