ΜΗΝΟΛΟΓΙΟ ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ

Στην κυπριακή παράδοση ο Νοέμβρης ήταν μήνας που έφερνε τα πρώτα φθινοπωρινά βράδια, τις δροσερές νύχτες και τις πρώτες βροχές που άκουγες να χτυπούν στις στέγες των σπιτιών. Οι παλιοί έλεγαν πως τότε η γη ησυχάζει λίγο μετά τον κόπο της συγκομιδής, αλλά οι νύχτες φέρνουν ιστορίες και μύθους που ζωντανεύουν γύρω από τις φωτιές στις αυλές.

Κάποτε, σε ένα χωριό της Πάφου, ζούσε μια γριά που αγαπούσε να κάθεται κάθε βράδυ στην αυλή της, κοντά στη φωτιά. Εκείνη την εποχή, τα χωράφια ήταν πια άδεια, οι ελιές είχαν μαζευτεί και το σιτάρι είχε μεταφερθεί στους αχυρώνες. Μα η γη ήταν ακόμα ζωντανή· οι βροχές και οι δροσιές είχαν γεμίσει τα ρυάκια, και τα δέντρα κρατούσαν τις τελευταίες σταγόνες δροσιάς στα φύλλα τους.

Η γριά συνήθιζε να λέει στα παιδιά του χωριού ιστορίες για τα πλάσματα που εμφανίζονταν τις φθινοπωρινές νύχτες. Έλεγε πως όταν η νύχτα πέφτει νωρίς, οι σκέψεις γίνονται πιο ζωντανές και τα μυστικά της γης εμφανίζονται στους ανθρώπους που ξέρουν να ακούσουν. Ιδιαίτερα οι ιστορίες για μικρά πλάσματα που ζούσαν στα λιοστάσια ή στα δέντρα των χωραφιών ενθουσίαζαν τα παιδιά και τους μεγάλους.

Μια νύχτα, καθώς η βροχή χτυπούσε απαλά στη σκεπή, η γριά διηγήθηκε την ιστορία ενός χωριανού που είχε βρει μια μικρή φωλιά με φωτεινά πουλιά μέσα σε έναν ξερό κορμό. Τα πουλιά αυτά, έλεγε, είχαν τη δύναμη να φέρνουν τύχη και υγεία σε όποιον τα προσέχει, μα μόνο αν το έκανε με σεβασμό στη φύση και στην ώρα της νύχτας.

Οι παλιοί έλεγαν πως ο Νοέμβρης είναι μήνας παρατήρησης και υπομονής· ο μήνας που η γη ξεκουράζεται, αλλά οι άνθρωποι πρέπει να θυμούνται τα μυστικά της. Τα βράδια που περνούν κοντά στη φωτιά, οι ιστορίες αυτές κρατούν τη μνήμη ζωντανή και διδάσκουν πως κάθε εποχή έχει τη δική της μαγεία.

------------------------------------------

Νιόβρης, ο Μεσοσπορίτης

Έφτασε πάλι ο Νιόβρης, ο ενδέκατος μήνας του χρόνου. Οι παλιοί τον λέγανε Βροχάρη για τις πολλές του βροχές, μα κι Ανακατωμένο, γιατί ποτέ δεν ήξερες αν θα σε βρει ήλιος ή καταιγίδα. Άλλοι πάλι τον φώναζαν Χαμένο, γιατί οι μέρες του μικραίνουν και οι νύχτες τραβούν σαν ιστορίες δίχως τέλος.

Με το που δύει η Πούλια στις αρχές του μήνα, τα πέλαγα αγριεύουν∙ τα καΐκια δένονται στα λιμάνια κι οι ναύτες σταυροκοπιούνται. Από τότε, λένε, αρχίζει το «κλείσιμο» της θάλασσας, και τα ταξίδια παίρνουν τέλος ώσπου να ξαναγυρίσει η άνοιξη.

Μα στη στεριά, ο Νιόβρης είναι ο Σποριάς. Τα χωράφια μυρίζουν χώμα και βροχή, κι οι γεωργοί, με τα ζώα τους και τα σακιά τους, απλώνουν το σπόρο στη γη. Στη μέση του μήνα, άλλοι έχουν προλάβει κι άλλοι ακόμα σπέρνουν – γι’ αυτό τον λεν και Μεσοσπορίτη.

Στις ελιές, τα κλαδιά βαραίνουν από καρπό. Οι άντρες ανεβαίνουν στα δέντρα με τη βάκλα στο χέρι, χτυπούν με τέχνη να μη πληγώσουν τα φύλλα, κι οι γυναίκες μαζεύουν τις μαύρες ελιές στα κοφίνια, τραγουδώντας.

Στις 3 του μήνα, του Αη-Γιώρκη του Σπόρου, αρχίζει το μεγάλο έργο της σποράς. «Χωράφιν του Νιόβρη, πελλόν τζι αν το βρεις», λένε στην Κύπρο, γιατί όποιος αφήσει το χωράφι του ασπαρτο, χάνει τη χρονιά.

Μα στις 8, των Ταξιαρχών, ο φόβος μπαίνει στα σπίτια. Οι γέροι λένε να μη μείνουν τα λασπωμένα παπούτσια στο κατώφλι, μην τα δει ο Αρχάγγελος Μιχαήλ και πάρει την ψυχή του νοικοκύρη. Γιατί παλιά, λένε, ο Θεός είχε δώσει αυτό το καθήκον στον Άη Νικόλα, μα εκείνος σπλαχνίστηκε έναν νέο και πήρε αντί γι’ αυτόν τη ψυχή ενός γερόντου. Έτσι, του πήρε ο Θεός τη θέση και την έδωσε στον Μιχαήλ, που δεν λυπάται. Από τότε, οι γιαγιάδες νηστεύουν στη χάρη του, να τις πάρει κι εκείνες ήσυχα, χωρίς πόνο.

Στις 11 γιορτάζει ο Άγιος Μηνάς, ο φανερωτής. Οι βοσκοί τον παρακαλούν να τους δείξει τα χαμένα τους ζώα, κι οι γυναίκες να τους φανερώσει τα χαμένα τους στολίδια. «Ο Άης Μηνάς εμήνυσε», λένε, όταν βρίσκουν κάτι που χάθηκε. Στις εικόνες, καβαλάει άλογο κι ορμά πάνω στο κακό, σαν φύλακας της δικαιοσύνης.

Κι έπειτα έρχεται ο Άη Φίλιππος, στις 14 του μήνα. Εκείνη τη μέρα, λένε, σταματούν οι αρραβώνες και οι γάμοι, γιατί αρχίζει η νηστεία των Χριστουγέννων. Στο χωριό μας λένε πως ο Άη Φίλιππος ήταν φτωχός γεωργός. Ένα βράδυ, πριν τη νηστεία, έσφαξε το μοναδικό του βόδι για να δώσει κρέας στους φτωχούς, να αποκρέψουν. Μα το πρωί, βρήκε το βόδι του ζωντανό, από θαύμα του Θεού. Έτσι αγίασε ο καλός γεωργός, και από τότε, στη γιορτή του, ξεκινά η τεσσαρακοστή.

Και στο τέλος του μήνα, στις 30, φτάνει ο Άγιος Αντρέας. Με το όνομά του –από το «ανδρείος»– δυναμώνει κι ο καιρός. «Τ’ Άη Αντρέα αντρειεύει το κρύο», λένε, γιατί από τότε αρχίζει ο χειμώνας για τα καλά. Η νύχτα μακραίνει, ο ήλιος βασιλεύει νωρίς, κι ο κόσμος μαζεύεται γύρω από τη φωτιά να πει ιστορίες για αγίους, για ψυχές και για θαύματα.

Κι έτσι κυλά ο Νιόβρης – βροχερός, μυστηριώδης και σοβαρός. Ένας μήνας που σπέρνει τη γη και προετοιμάζει τις ψυχές για τα Χριστούγεννα που έρχονται.


ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΤΑΠΑΚΟΥΔΗΣ