Λέγεται πως κάποτε, σε ένα χωριό της επαρχίας Πάφου, ζούσε ένας βοσκός που κάθε χειμώνα ανέβαζε τα ζώα του λίγο πιο έξω από το χωριό, εκεί όπου υπήρχαν χαμηλοί λόφοι και αρκετό χορτάρι. Ο Φεβράρης εκείνης της χρονιάς είχε μπει ήσυχος, με ήλιο και καθαρό ουρανό, και οι άνθρωποι άρχισαν να πιστεύουν πως ο χειμώνας είχε τελειώσει νωρίς.
Ένα πρωινό ο βοσκός πήρε τα πρόβατα και τα κατσίκια του και τα πήγε πιο μακριά από το συνηθισμένο. Ο τόπος έμοιαζε γαλήνιος· ο ήλιος ζέσταινε τη γη και τίποτα δεν έδειχνε πως θα άλλαζε ο καιρός. Οι γέροντες του χωριού όμως τον είχαν προειδοποιήσει: «Τον Φλεβάρη να μην τον εμπιστεύεσαι. Μπορεί να γελά το πρωί και να θυμώσει το βράδυ».
Κατά το μεσημέρι ο ουρανός άρχισε σιγά σιγά να σκοτεινιάζει. Από τα βουνά σηκώθηκε δυνατός άνεμος και μέσα σε λίγο χρόνο ο τόπος γέμισε σύννεφα και παγωμένη βροχή. Ο βοσκός προσπάθησε να μαζέψει το κοπάδι, μα η καταιγίδα έγινε τόσο δυνατή που τα ζώα σκορπίστηκαν στις πλαγιές.
Τότε θυμήθηκε μια παλιά συμβουλή που έλεγαν οι παλιοί για τέτοιες στιγμές. Όταν ο Φεβράρης αγριεύει, έλεγαν, πρέπει να βρίσκεις πέτρα ή βράχο για προστασία, γιατί η γη κρατά τη ζεστασιά της. Έτσι ο βοσκός οδήγησε όσα ζώα μπόρεσε σε μια μεγάλη πέτρα που βρισκόταν κοντά στο μονοπάτι και περίμενε εκεί ώσπου να περάσει η μπόρα.
Η καταιγίδα κράτησε ώρες, μα τελικά ο άνεμος κόπασε και τα σύννεφα άνοιξαν. Όταν γύρισε στο χωριό με το κοπάδι, οι γέροντες του είπαν πως αυτό ήταν το παιχνίδι του Φεβράρη. Ο μήνας αυτός, έλεγαν, δοκιμάζει την υπομονή των ανθρώπων πριν έρθει η άνοιξη.
Από τότε ο βοσκός δεν ξεχνούσε ποτέ τα λόγια τους. Και οι παλιοί, όταν διηγούνταν την ιστορία, τελείωναν πάντα με την ίδια φράση: ο Φεβράρης μπορεί να είναι μικρός μήνας, αλλά κρατά μέσα του τον πιο πεισματάρη χειμώνα.
Φεβρουάριος – Ο κουτσοφέβραρος και οι πρώτες γιορτές της άνοιξης
Έναν καιρό ήταν μια γριά τσοπάνισσα, που είχε απηυδήσει από το κρύο και τις ασταμάτητες βροχές του χειμώνα. Όταν είδε πως ο Μάρτης, ο γδάρτης, έδινε τη θέση του στον καλό Απρίλη, του φώναξε περιπαιχτικά:
– Ούστ, Μάρτη μου! Τα ξεχείμασα τα πρόβατά μου!
Ο Μάρτης, θιγμένος από τα λόγια της, δανείστηκε μια μέρα από τον αδελφό του, τον Φεβρουάριο, και έριξε τόση παγωνιά και χιόνι, που η γριά μαζί με το κοπάδι της πάγωσαν και έγιναν πέτρες. Από τότε λένε οι παλιοί πως ο Φεβρουάριος έμεινε κουτσός, με μια μέρα λιγότερη, κι έτσι τον αποκαλούν κουτσοφέβραρο.
Στον μήνα αυτόν, οι πρώτες μέρες ήταν γεμάτες μαντείες και ευλογίες. Την πρώτη του Φεβρουαρίου, στον Άγιο Τρύφωνα, οι άνθρωποι έκαναν αγιασμό στους αμπελώνες για να προστατευτούν τα κλήματα από ασθένειες. Το όνομα Φεβρουάριος προέρχεται από το «φλεβύζω», καθώς τα υπόγεια νερά αναβλύζουν από τις πολλές βροχές. Ο μήνας φέρνει τις ανθισμένες αμυγδαλιές και είναι ο προπομπός της άνοιξης, μα ταυτόχρονα κρατάει τη δριμύτητα του χειμώνα.
Με τον Φεβρουάριο έρχονται και οι γιορτές της Αποκριάς. Οι γειτονιές γεμίζουν με μουσική, χορούς, καρναβάλια και μεταμφιέσεις. Οι οικογένειες συγκεντρώνονται, οι νέοι και τα παιδιά ντύνονται με φανταχτερά ρούχα, και η χαρά και τα γέλια πλημμυρίζουν τα σπίτια. Την Καθαρά Δευτέρα, όλοι βγαίνουν στην ύπαιθρο, πετούν χαρταετούς και τρώνε σαρακοστιανά φαγητά, ενισχύοντας τους οικογενειακούς δεσμούς και το σεβασμό των νέων προς τους μεγαλύτερους.
Τις μέρες των Ψυχοσαββάτων, οι ψυχές των προγόνων, πίστευαν οι παλιοί, καθόντουσαν στα δέντρα και στα αμπέλια· κανείς δεν έκοβε βλαστάρια μέχρι να περάσουν, για να μην τους στενοχωρήσει. Αυτό το παλιό έθιμο ονομάζεται ψυχοθρόισμα και θυμίζει την αιώνια σύνδεση ανθρώπων και φύσης.
Κι έτσι, ο Φεβρουάριος περνάει με χιόνι, παγωνιά και βροχές, αλλά και με γέλια, μαντείες, ευλογίες και καρναβάλια. Μήνας που ενώνει τη βαρυχειμωνιά με την πρώτη χαρά της άνοιξης και που διδάσκει πως, ακόμη και στις πιο κρύες μέρες, η ζεστασιά των ανθρώπων κρατάει τη ζωή ζωντανή.






