ΜΗΝΟΛΟΓΙΟ ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ

Ο Φεβράρης στην κυπριακή παράδοση θεωρούνταν μήνας παράξενος και απρόβλεπτος. Οι παλιοί τον έλεγαν «κουτσοφλέβαρο», γιατί είναι μικρός και συχνά φέρνει ξαφνικές αλλαγές στον καιρό. Μαζί με αυτές τις αλλαγές γεννήθηκαν και πολλές ιστορίες που περνούσαν από στόμα σε στόμα στα χωριά.

Λέγεται πως κάποτε, σε ένα χωριό της επαρχίας Πάφου, ζούσε ένας βοσκός που κάθε χειμώνα ανέβαζε τα ζώα του λίγο πιο έξω από το χωριό, εκεί όπου υπήρχαν χαμηλοί λόφοι και αρκετό χορτάρι. Ο Φεβράρης εκείνης της χρονιάς είχε μπει ήσυχος, με ήλιο και καθαρό ουρανό, και οι άνθρωποι άρχισαν να πιστεύουν πως ο χειμώνας είχε τελειώσει νωρίς.

Ένα πρωινό ο βοσκός πήρε τα πρόβατα και τα κατσίκια του και τα πήγε πιο μακριά από το συνηθισμένο. Ο τόπος έμοιαζε γαλήνιος· ο ήλιος ζέσταινε τη γη και τίποτα δεν έδειχνε πως θα άλλαζε ο καιρός. Οι γέροντες του χωριού όμως τον είχαν προειδοποιήσει: «Τον Φλεβάρη να μην τον εμπιστεύεσαι. Μπορεί να γελά το πρωί και να θυμώσει το βράδυ».

Κατά το μεσημέρι ο ουρανός άρχισε σιγά σιγά να σκοτεινιάζει. Από τα βουνά σηκώθηκε δυνατός άνεμος και μέσα σε λίγο χρόνο ο τόπος γέμισε σύννεφα και παγωμένη βροχή. Ο βοσκός προσπάθησε να μαζέψει το κοπάδι, μα η καταιγίδα έγινε τόσο δυνατή που τα ζώα σκορπίστηκαν στις πλαγιές.

Τότε θυμήθηκε μια παλιά συμβουλή που έλεγαν οι παλιοί για τέτοιες στιγμές. Όταν ο Φεβράρης αγριεύει, έλεγαν, πρέπει να βρίσκεις πέτρα ή βράχο για προστασία, γιατί η γη κρατά τη ζεστασιά της. Έτσι ο βοσκός οδήγησε όσα ζώα μπόρεσε σε μια μεγάλη πέτρα που βρισκόταν κοντά στο μονοπάτι και περίμενε εκεί ώσπου να περάσει η μπόρα.

Η καταιγίδα κράτησε ώρες, μα τελικά ο άνεμος κόπασε και τα σύννεφα άνοιξαν. Όταν γύρισε στο χωριό με το κοπάδι, οι γέροντες του είπαν πως αυτό ήταν το παιχνίδι του Φεβράρη. Ο μήνας αυτός, έλεγαν, δοκιμάζει την υπομονή των ανθρώπων πριν έρθει η άνοιξη.

Από τότε ο βοσκός δεν ξεχνούσε ποτέ τα λόγια τους. Και οι παλιοί, όταν διηγούνταν την ιστορία, τελείωναν πάντα με την ίδια φράση: ο Φεβράρης μπορεί να είναι μικρός μήνας, αλλά κρατά μέσα του τον πιο πεισματάρη χειμώνα.

----------------

Φεβρουάριος – Ο κουτσοφέβραρος και οι πρώτες γιορτές της άνοιξης

Έναν καιρό ήταν μια γριά τσοπάνισσα, που είχε απηυδήσει από το κρύο και τις ασταμάτητες βροχές του χειμώνα. Όταν είδε πως ο Μάρτης, ο γδάρτης, έδινε τη θέση του στον καλό Απρίλη, του φώναξε περιπαιχτικά:

– Ούστ, Μάρτη μου! Τα ξεχείμασα τα πρόβατά μου!

Ο Μάρτης, θιγμένος από τα λόγια της, δανείστηκε μια μέρα από τον αδελφό του, τον Φεβρουάριο, και έριξε τόση παγωνιά και χιόνι, που η γριά μαζί με το κοπάδι της πάγωσαν και έγιναν πέτρες. Από τότε λένε οι παλιοί πως ο Φεβρουάριος έμεινε κουτσός, με μια μέρα λιγότερη, κι έτσι τον αποκαλούν κουτσοφέβραρο.

Στον μήνα αυτόν, οι πρώτες μέρες ήταν γεμάτες μαντείες και ευλογίες. Την πρώτη του Φεβρουαρίου, στον Άγιο Τρύφωνα, οι άνθρωποι έκαναν αγιασμό στους αμπελώνες για να προστατευτούν τα κλήματα από ασθένειες. Το όνομα Φεβρουάριος προέρχεται από το «φλεβύζω», καθώς τα υπόγεια νερά αναβλύζουν από τις πολλές βροχές. Ο μήνας φέρνει τις ανθισμένες αμυγδαλιές και είναι ο προπομπός της άνοιξης, μα ταυτόχρονα κρατάει τη δριμύτητα του χειμώνα.

Με τον Φεβρουάριο έρχονται και οι γιορτές της Αποκριάς. Οι γειτονιές γεμίζουν με μουσική, χορούς, καρναβάλια και μεταμφιέσεις. Οι οικογένειες συγκεντρώνονται, οι νέοι και τα παιδιά ντύνονται με φανταχτερά ρούχα, και η χαρά και τα γέλια πλημμυρίζουν τα σπίτια. Την Καθαρά Δευτέρα, όλοι βγαίνουν στην ύπαιθρο, πετούν χαρταετούς και τρώνε σαρακοστιανά φαγητά, ενισχύοντας τους οικογενειακούς δεσμούς και το σεβασμό των νέων προς τους μεγαλύτερους.

Τις μέρες των Ψυχοσαββάτων, οι ψυχές των προγόνων, πίστευαν οι παλιοί, καθόντουσαν στα δέντρα και στα αμπέλια· κανείς δεν έκοβε βλαστάρια μέχρι να περάσουν, για να μην τους στενοχωρήσει. Αυτό το παλιό έθιμο ονομάζεται ψυχοθρόισμα και θυμίζει την αιώνια σύνδεση ανθρώπων και φύσης.

Κι έτσι, ο Φεβρουάριος περνάει με χιόνι, παγωνιά και βροχές, αλλά και με γέλια, μαντείες, ευλογίες και καρναβάλια. Μήνας που ενώνει τη βαρυχειμωνιά με την πρώτη χαρά της άνοιξης και που διδάσκει πως, ακόμη και στις πιο κρύες μέρες, η ζεστασιά των ανθρώπων κρατάει τη ζωή ζωντανή.

ΜΗΝΟΛΟΓΙΟ ΙΑΝΝΟΥΑΡΙΟΥ

Παλιά, στα χωριά της Πάφου, οι άνθρωποι έλεγαν πως τις νύχτες του Γεννάρη ο κόσμος δεν ήταν ποτέ εντελώς ήσυχος. Από τα Χριστούγεννα ως τα Φώτα πίστευαν ότι κυκλοφορούσαν οι καλικάντζαροι· μικρά παράξενα πλάσματα που ανέβαιναν από τα βάθη της γης και τριγυρνούσαν στα χωριά και στους μύλους.

Κάποτε ζούσε ένας μυλωνάς που δούλευε σε έναν παλιό νερόμυλο έξω από το χωριό. Ο μύλος ήταν χτισμένος κοντά σε ένα ρυάκι, εκεί όπου το νερό έτρεχε ασταμάτητα και οι καλαμιές ψιθύριζαν με τον άνεμο. Τα βράδια του χειμώνα ο τόπος γινόταν ακόμη πιο έρημος. Μόνο το νερό και η πέτρα του μύλου ακούγονταν να δουλεύουν.

Ένα βράδυ του Γεννάρη ο μυλωνάς έμεινε μόνος για να τελειώσει το άλεσμα του σιταριού. Η νύχτα είχε προχωρήσει και το σκοτάδι είχε σκεπάσει τον τόπο. Κάποια στιγμή άρχισε να ακούει απ’ έξω παράξενους ήχους. Πρώτα ήρθαν κάτι χαμηλά γέλια, ύστερα σφυρίγματα και βήματα που έμοιαζαν να χορεύουν πάνω στο χώμα.

Πλησίασε προσεκτικά στο μικρό παράθυρο και κοίταξε έξω. Στο μισοσκόταδο του φεγγαριού είδε μικρές σκιές να γυρίζουν γύρω από τον μύλο. Έμοιαζαν με ανθρώπους, μα τα πόδια τους ήταν στραβά και τα χέρια τους μακριά. Τα μάτια τους γυάλιζαν μέσα στη νύχτα.

Τότε κατάλαβε πως ήταν οι καλικάντζαροι, όπως έλεγαν οι παλιοί.

Σε λίγο ακούστηκαν χτυπήματα στην πόρτα. Οι φωνές τους ήταν παράξενες και κοροϊδευτικές, και του φώναζαν να ανοίξει για να ζεσταθούν. Ο μυλωνάς όμως θυμήθηκε όσα του είχαν μάθει οι γέροι του χωριού: πως αυτά τα πλάσματα φοβούνται τον σταυρό και τη φωτιά.

Σηκώθηκε αμέσως, έκανε έναν μεγάλο σταυρό στην πόρτα και έριξε λίγο αλάτι μέσα στη φωτιά του τζακιού. Η φλόγα φούντωσε και μια βαριά μυρωδιά απλώθηκε στον μύλο.

Τότε έξω ακούστηκαν φωνές και αναστάτωση. Οι σκιές άρχισαν να τρέχουν γύρω από το κτίσμα και κάποια από αυτές φώναξε τρομαγμένη πως μύρισε παπάς. Σε λίγο τα γέλια χάθηκαν μέσα στο σκοτάδι και η νύχτα ξαναβρήκε τη σιωπή της.

Ο μυλωνάς έμεινε άγρυπνος μέχρι να ξημερώσει. Όταν βγήκε το πρωί έξω από τον μύλο, είδε στο χώμα πατημασιές που δεν έμοιαζαν με ανθρώπινες, μα σαν πόδια κατσικιού.

Οι παλιοί που διηγούνταν την ιστορία έλεγαν πάντα πως τέτοια πράγματα συνέβαιναν μόνο μέχρι τα Φώτα. Γιατί τότε, όταν αγιάζονται τα νερά, οι καλικάντζαροι φεύγουν ξανά στα βάθη της γης και ο κόσμος ησυχάζει μέχρι τον επόμενο χειμώνα.

Ο Ιανουάριος παλιά δεν ήταν ο πρώτος μήνας του έτους, αλλά ο τρίτος. Πρώτος ήταν ο Μάρτιος, ωστόσο αυτός όταν μια φορά ξεγέλασε τα αδέρφια του και ήπιε όλο το κρασί που ήταν για όλους, ο Γενάρης θύμωσε και καθώς γεροδεμένος περισσότερο, τον έκανε τουλούμι στο ξύλο και τον έβγαλε από την πρώτη θέση και την πήρε αυτός.

--------------

Ιανουάριος – Ο Γενάρης, ο πολυομβρυώτερος μήνας

Στα χωριά της Κύπρου, ο Γενάρης ήταν μήνας συννεφιασμένος και μελαγχολικός. Οι παλιοί έλεγαν πως αν κάποιος ήταν σκυθρωπός, τον ονόμαζαν «Γεννάρη», και αν κάποια στιγμή χαμογελούσε, τότε η παροιμία λέει: «Έκαμεν τζ’ ό Γεννάρης ήλιον, ή Έγέλασεν τζι ο Γεννάρης».

Τη νύχτα της παραμονής της Πρωτοχρονιάς, οι οικογένειες μαζεύονταν γύρω από τη φουκού. Στα χέρια κρατούσαν κλαδιά ελιάς και κομμάτια βασιλικιάς, τα οποία ρίχνανε στη φωτιά για να δουν αν η ευχή τους για αγάπη θα πραγματοποιηθεί. Αν το φύλλο αναπηδούσε και αναστραφεί με κρότο, ήταν σημάδι ότι η αγάπη ήταν αμοιβαία. Το τελετουργικό επαναλαμβανόταν τρεις φορές για βεβαιότητα.

Το πρωί της Πρωτοχρονιάς, μετά τη θεία λειτουργία, έκοβαν τη βασιλόπιττα. Μέσα κρυβόταν ένα μικρό αργυρό νόμισμα· όποιος το έβρισκε το φύλαγε προσεκτικά, γιατί πίστευαν ότι θα του έφερνε τύχη όλο το χρόνο. Παράλληλα, οι νοικοκυρές έριχναν λίγα από τα κόλλυβα και τα φύλλα των κλαδιών στους βόες για να ευλογηθούν τα ζώα από τον Άη Βασίλη.

Τις πρώτες πέντε μέρες του Γενάρη, οι Καλικάντζαροι κυκλοφορούσαν ελεύθεροι στα σπίτια, πονηροί, άσχημοι και μαύροι, με μακριά νύχια και αχτένιστα μαλλιά. Οι οικογένειες φρόντιζαν να τους ταΐζουν με ξεροτήανα, λουκάνικα και ψωμί, ρίχνοντας τα στο δώμα, ώστε οι δαίμονες να φάνε και να φύγουν χωρίς ζημιές. Αν κάποιος ξεχνούσε το έθιμο, οι άλλοι τον υπενθύμιζαν με τραγουδάκια:

«Τιτσίν, τιτσίν λουκάνικον, κομμάτιν ξεροτήανον, νά φάσιν τζιαι να φύουσιν»

Μετά την έκτη ημέρα, των Θεοφανείων, οι Καλικάντζαροι φεύγουν δια παντός, καθώς η αγία των υδάτων καθαγιάζει τη φύση.

Οι Γενάρηδες πίστευαν πως το φεγγάρι φωτίζει λαμπρά και ζωντανά: «Του Γεννάρη το φεγγάρι σαν την ημέραν λάμπει», και ότι από αυτόν τον μήνα οι μέρες αρχίζουν να μεγαλώνουν. Ήταν και μήνας καλών κυνηγιών, με παχουλές πέρδικες να γεμίζουν τα χωράφια.

Και έτσι, ο Γενάρης περνάει συννεφιασμένος αλλά γεμάτος μαγεία και μυστήριο, με φωτιές στις φουκιές, βασιλόπιττες, μαντείες αγάπης και καλικάντζαρους που κάνουν τα πρώτα τους πειράγματα για τη χρονιά που μόλις ξεκίνησε.

ΜΗΝΟΛΟΓΙΟ ΜΑΡΤΙΟΥ

Στην κυπριακή παράδοση ο Μάρτης θεωρούνταν μήνας που φέρνει την άνοιξη, αλλά μαζί του φέρνει και τις τελευταίες δοκιμασίες του χειμώνα. Οι παλιοί έλεγαν πως ο Μάρτης έχει δυο πρόσωπα: άλλοτε γελά με ήλιο και λουλούδια κι άλλοτε θυμώνει με κρύο και αέρα.

Κάποτε, σε ένα χωριό της επαρχίας Πάφου, ζούσε μια γριά που είχε λίγα κατσίκια και τα φρόντιζε μόνη της. Ο χειμώνας εκείνης της χρονιάς είχε περάσει δύσκολα, μα όταν μπήκε ο Μάρτης ο καιρός μαλάκωσε. Ο ήλιος ζέστανε τη γη και στα χωράφια άρχισαν να φαίνονται τα πρώτα αγριολούλουδα.

Η γριά, βλέποντας τον καλό καιρό, άρχισε να λέει στους γείτονες πως ο χειμώνας τελείωσε και πως ούτε ο Μάρτης δεν μπορούσε πια να τους κάνει κακό. Μια μέρα μάλιστα, καθώς έβγαζε τα κατσίκια της έξω από το χωριό, είπε δυνατά πως ο μήνας δεν είχε άλλη δύναμη.

Οι παλιοί όμως έλεγαν πως ο Μάρτης ακούει τέτοια λόγια και δεν τα αφήνει χωρίς απάντηση.

Το ίδιο βράδυ ο ουρανός άλλαξε. Από τα βουνά κατέβηκε δυνατός άνεμος και μαζί του ήρθε παγωνιά. Ο τόπος σκοτείνιασε και άρχισε να φυσά τόσο δυνατά που τα δέντρα λύγιζαν. Η γριά έτρεξε να μαζέψει τα κατσίκια της και να τα βάλει στο μαντρί, γιατί ο καιρός έγινε ξαφνικά χειμωνιάτικος.

Η κακοκαιρία κράτησε λίγες μέρες και μετά ο ουρανός καθάρισε πάλι. Ο ήλιος βγήκε, τα χωράφια γέμισαν λουλούδια και η άνοιξη προχώρησε όπως κάθε χρόνο.

Από τότε οι γέροντες του χωριού έλεγαν πως δεν πρέπει ποτέ να κοροϊδεύεις τον Μάρτη. Μπορεί να φέρνει την άνοιξη, αλλά κρατά πάντα λίγο χειμώνα στην καρδιά του για να θυμίζει στους ανθρώπους ότι η φύση έχει τον δικό της τρόπο να απαντά.

---------------

Μάρτιος - Ο Μάρτης που γελά και κλαίει

Έναν καιρό, ο Χρόνος, πατέρας των μηνών, διόρισε τον καθένα σε μια εποχή ανάλογα με τα προσόντα του, για να εναλλάσσονται οι εποχές ομαλά. Αρχικά, έβαλε πρώτο μήνα τον Μάρτη. Μα μια φορά ο Μάρτης, πειραχτικά και πεινασμένος για γλέντι, ξεγέλασε τα αδέλφια του και ήπιε όλο το κρασί που ήταν για όλους. Μέθυσε και άρχισε να γελάει και να θυμώνει, κάνοντας τον καιρό άστατο – μια μέρα καλοκαιριάζει και μια χειμωνιάζει.

Ο Χρόνος τότε ανέθεσε στον Γενάρη να πάρει τη θέση του, κι από τότε ο Μάρτης βρίσκεται στην τρίτη θέση, και οι μέρες του παραμένουν άστατες, σαν να κουβαλάει ακόμα τη μέθη του κρασιού.

Την πρώτη μέρα του Μάρτη, οι χωρικοί βγαίνουν στους αγρούς και νίβουν τα πρόσωπα και τα γυμνά μέρη τους με την πρωινή δροσιά, πιστεύοντας πως έτσι η επιδερμίδα τους θα μείνει μαλακή και δεν θα μαυρίσει από τον ήλιο. Όμως προσέχουν τα σπαρτά, γιατί αν νιώσουν τα δροσοσταλίδες στα σιτηρά, φοβούνται την κριθαριά – ένα μικρό ενοχλητικό σπυράκι.

Ο Μάρτης θεωρείται σπουδαίος μήνας για τη γεωργία. Οι σποραδικές βροχές του αυξάνουν τα σπαρτά και βοηθούν τα φρούτα να μεγαλώσουν. Τα πρωινά είναι παγερά, αλλά η μέρα θερμαίνεται γρήγορα. Οι παλιοί λένε:
"Το πορνόν του Μάρτη, ο γάρος εχτάρτην, το μεσομέριν επετάχτην", δηλαδή ο πρωινός παγετός είναι τόσο δυνατός που ψοφά και ο γάιδαρος, ενώ μέχρι το μεσημέρι η ζέστη τον διώχνει μακριά.

Τον μήνα Μάρτη γεννιούνται τα μικρά χνουδωτά σκουληκάκια, τα Μαρτούδκια, και από αυτά προέκυψε το έθιμο του Μάρτη: μικρά βραχιόλια από άσπρο και κόκκινο νήμα φοριούνται στα χέρια των παιδιών και κοριτσιών για να μην μαυρίσουν από τον ήλιο. Τα μωρά κάτω του ενός έτους, τα πρωτομαρτούδκια, φορούν εφταπλά βραχιόλια για καλή ανάπτυξη και υγεία.

Στο μήνα αυτό, οι κοπέλες βάζουν κόλλυβα κάτω από το προσκέφαλό τους την ημέρα των Αγίων Θεοδόρων για να μάθουν ποιος θα είναι ο μελλοντικός τους άντρας.

Ο Μάρτης, λένε, «μια γελά και μια κλαίει»: έχει δύο γυναίκες, τη μια όμορφη και φτωχή, την άλλη άσχημη και πλούσια. Όταν γυρίζει προς την άσχημη, κατσουφιάζει, σκοτεινιάζει ο ουρανός και βρέχει. Όταν γυρίζει προς την όμορφη, γελάει και ο ήλιος φωτίζει τη γη. Οι περισσότερες φορές, όμως, γυρίζει προς την άσχημη, γιατί αυτή τρέφει την όμορφη.

Ο Μάρτης είναι ο προπομπός της άνοιξης, ο Φυτευτής, κατάλληλος για φύτεμα δέντρων και καλλιεργειών. Στις 25 του μήνα γιορτάζεται ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου, αλλά και η έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 – ημέρα επίσημη αργία για τους Έλληνες.

Κι έτσι, ο Μάρτης μένει ένας μήνας γεμάτος άστατο καιρό, γελωτοποιός και δασκαλεμένος από τη φύση, που συνδυάζει κρύο και ζέστη, δροσιά και ήλιο, φύτεμα και χαρά για την άνοιξη που έρχεται.

ΜΗΝΟΛΟΓΙΟ ΜΗΝΟΣ ΜΑΪΟΥ

Στην κυπριακή παράδοση ο Μάης θεωρούνταν ο πιο χαρούμενος μήνας της άνοιξης. Τα χωράφια ήταν γεμάτα λουλούδια, τα δέντρα είχαν πλέον δέσει τον καρπό τους και οι άνθρωποι έλεγαν πως η γη βρίσκεται στην πιο όμορφη στιγμή της. Μαζί με την ομορφιά του μήνα υπήρχαν και παλιές ιστορίες που οι γέροντες διηγούνταν τα βράδια στις αυλές.

Κάποτε, σε ένα χωριό της επαρχίας Πάφου, ζούσε μια νεαρή κοπέλα που κάθε Μάη συνήθιζε να πηγαίνει νωρίς το πρωί στα χωράφια για να μαζεύει αγριολούλουδα. Οι παλιοί πίστευαν πως τα λουλούδια του Μάη έχουν ιδιαίτερη δύναμη, γιατί μεγαλώνουν με τον ήλιο της άνοιξης και τη δροσιά της νύχτας.

Ένα τέτοιο πρωινό, λίγο πριν ανατείλει ο ήλιος, η κοπέλα βγήκε από το χωριό και κατευθύνθηκε προς τους αγρούς. Η γη ήταν ακόμη βρεγμένη από τη νυχτερινή δροσιά και ο αέρας μύριζε θυμάρι και άγρια βότανα. Καθώς περπατούσε ανάμεσα στα χωράφια, μάζευε λουλούδια για να φτιάξει στεφάνι, όπως έκαναν πολλοί στα χωριά για την πρώτη μέρα του Μάη.

Οι γέροντες έλεγαν πως το στεφάνι αυτό δεν ήταν μόνο για ομορφιά. Το κρεμούσαν στην πόρτα του σπιτιού για να φέρει καλοτυχία, υγεία και ευλογία στο σπίτι για όλο το καλοκαίρι.

Όταν η κοπέλα γύρισε στο χωριό με το καλάθι της γεμάτο λουλούδια, κάθισε στην αυλή και έπλεξε το στεφάνι με προσοχή. Το κρέμασε πάνω από την πόρτα, όπως έκαναν και οι υπόλοιποι χωριανοί.

Οι παλιοί που διηγούνταν αυτή την ιστορία έλεγαν πως τέτοια μικρά έθιμα κρατούσαν τους ανθρώπους κοντά στη γη και στις εποχές της. Και ο Μάης, με τα λουλούδια και τις μυρωδιές του, θύμιζε κάθε χρόνο πως η ζωή συνεχίζει να ανθίζει όσο οι άνθρωποι θυμούνται τις παραδόσεις τους.

---------------------

Στις 29 Μαΐου 1453 ξημέρωσε μια πικρή μέρα· ήταν η αποφράδα μέρα της άλωσης της Κωνσταντινούπολης. Ένας θρύλος λέει ότι ο παπάς που λειτουργούσε στην Αγιά Σοφιά, ακούγοντας τον καλπασμό των βαρβάρων, πήρε το δισκοπότηρο και βγήκε από το ιερό. Οι εισβολείς όρμησαν, αλλά ο παπάς χάθηκε μέσα από μια μαγική σχισμή του τοίχου και από τότε παραμένει εκεί. Λέει ο θρύλος ότι θα επιστρέψει για να συνεχίσει τη λειτουργία μόνο όταν η πόλη ελευθερωθεί.

Η πρώτη του Μάη θεωρείται ιδιαίτερη και σημαδιακή μέρα. Είναι η καθιερωμένη γιορτή της εργατικής πρωτομαγιάς, όταν το 1886 στο Σικάγο οι εργάτες ξεσηκώθηκαν διεκδικώντας οκτάωρο και καλύτερες συνθήκες εργασίας. Την ίδια μέρα γιορτάζεται η Πρωτομαγιά και ως ημέρα των λουλουδιών και της Άνοιξης· οι άνθρωποι κρεμάνε άνθινα στεφάνια στα ανώφλια των θυρών.

Ο Μάιος είναι ο τελευταίος μήνας της Άνοιξης, μήνας χαράς και βλάστησης, όταν οι καρποί στα δέντρα αρχίζουν να σχηματίζονται και να δένουν. Ονομάζεται μήνας των ανθέων και όλη η φύση ευωδιάζει: «Ο Μάης με τα τριαντάφυλλα τζιαι τα πολλά τα ρόδα».

Στις 3 Μαΐου γιορτάζει η Αγία Μαύρη. Στην ύπαιθρο, οι χωρικοί εκδράμουν στις μάντρες των αιγοπροβάτων και πίνουν δωρεάν γάλα από τους βοσκούς, για να αποφύγουν το μαύρισμα από τον ήλιο του καλοκαιριού.

Η ζέστη του Μαΐου είναι μεγάλη· η χλόη μαραίνεται, τα σπαρτά ξεραίνονται, τα ρυάκια στερεύουν και τα λιμνάζοντα νερά εξατμίζονται από τον ήλιο. Η θερμότητα είναι τόσο έντονη που η φράση «Νάσιης την κατάραν μου τσιαι τον Μάην να ριάς» χρησιμοποιείται για να καταραστεί κανείς κάποιον, παραλληλίζοντας τη ζέστη του μήνα με τον πόνο που προκαλεί η κατάρα. Τα δειλινά ονομάζονται ηλιοκάματα, και οι καυτερές ακτίνες του ήλιου παραλληλίζονται με τη φωτιά που καίει τις καρδιές των ερωτευμένων· γι’ αυτό ο Μάιος θεωρείται και μήνας των ερώτων. Αν μια νέα αισθάνεται εγκαταλελειμμένη, εύχεται: «Μάη τσιαι μάεψε τον νέον που μ αγαπά».

Τον Μάιο δεν τελούνται γάμοι, καθώς πιστεύεται ότι δεν θα στεριώσουν ούτε θα ευδοκιμήσουν. Αντίθετα, ζευγάρια ζώων γίνονται επικίνδυνα λόγω των ορμονών τους. Με δοξασίες και μάγια, ο μήνας συνδέεται με νεκρούς και προστασία· οι Αρχαίοι Έλληνες τελούσαν πένθιμες εορτές και απέφευγαν χαρμόσυνες τελετές, για να μην προσβάλλουν τους νεκρούς.

Παράλληλα, την Μεγάλη Πέμπτη, οι νοικοκυρές έφτιαχναν κουλούρα και την κρεμούσαν στο εικονοστάσι, για να προστατευτούν τα μέλη της οικογένειας από μάγια. Οι χαροκαμένες μάνες που είχαν χάσει παιδιά απέφευγαν να τρώνε αγγούρια, καθώς η μυρωδιά τους ήταν τόσο έντονη που έφτανε στους πεθαμένους, χωρίς αυτοί να μπορούν να τα γευτούν. Έλεγαν: «Ανάθθεμα τη μάνα μου που τρώει τον Μάην αγγούρι, τσιαι εν επηρεν υπομονήν ναμπει ο Πρωτοϊούνης».

Ο Μάης, λοιπόν, μένει στη μνήμη των ανθρώπων ως μήνας των λουλουδιών, της βλάστησης, της ζέστης, των ερώτων και των παλιών δοξασιών. Κι όπως λέει η παράδοση, κάθε μέρα του μήνα κρύβει μια ιστορία από τη φύση και την ψυχή των ανθρώπων.

ΜΗΝΟΛΟΓΙΟ ΑΠΡΙΛΙΟΥ

Στην κυπριακή παράδοση ο Απρίλης θεωρούνταν μήνας της αναγέννησης. Τα χωράφια πρασίνιζαν, τα δέντρα άνθιζαν και οι άνθρωποι έλεγαν πως η γη «ξυπνά» πραγματικά μετά τον χειμώνα. Μα μαζί με την ομορφιά του μήνα υπήρχαν και ιστορίες που περνούσαν από τους παλιούς στους νεότερους.

Κάποτε, σε ένα χωριό της επαρχίας Πάφου, ζούσε ένας νεαρός γεωργός που κάθε χρόνο περίμενε τον Απρίλη για να δει τα χωράφια του να γεμίζουν ζωή. Εκείνη τη χρονιά ο χειμώνας είχε φέρει αρκετές βροχές και όλοι πίστευαν πως η γη θα έδινε καλή σοδειά.

Ένα πρωινό του Απρίλη ο γεωργός βγήκε νωρίς στα χωράφια. Ο ήλιος είχε μόλις ανατείλει και η γη ήταν ακόμη βρεγμένη από τη νυχτερινή δροσιά. Καθώς περπατούσε ανάμεσα στις καλλιέργειες, παρατήρησε πως το χώμα είχε γεμίσει μικρά λουλούδια και πράσινα βλαστάρια που δεν υπήρχαν λίγες μέρες πριν.

Οι παλιοί του χωριού έλεγαν πως αυτή είναι η δύναμη του Απρίλη: μέσα σε λίγες μέρες μπορεί να αλλάξει ολόκληρη τη γη. Εκεί όπου πριν υπήρχε μόνο χώμα και πέτρα, ξαφνικά εμφανίζεται ζωή.

Ο γεωργός στάθηκε για λίγο και κοίταξε γύρω του τα χωράφια που πρασίνιζαν. Θυμήθηκε τότε μια παλιά φράση που έλεγαν οι γέροντες του χωριού: πως ο Απρίλης είναι ο μήνας που δίνει ελπίδα στους ανθρώπους της γης, γιατί τους δείχνει πως ό,τι σπέρνεται με κόπο και υπομονή κάποια μέρα θα ανθίσει.

Από τότε η ιστορία αυτή λεγόταν συχνά στα χωριά για να θυμίζει πως ο Απρίλης δεν είναι μόνο ένας μήνας της άνοιξης, αλλά και μια υπενθύμιση ότι η φύση πάντα βρίσκει τρόπο να ξαναγεννιέται.

-------------------

Ο Απρίλης, το τέταρτο εγγόνι του Χρόνου, από την πρώτη μέρα που ήρθε στον κόσμο είχε ένα μεγάλο ελάττωμα: έλεγε ψέματα διαρκώς. Με τα ψέματα του ανακάτωνε τα πάντα, κι έγινε τέτοιο κακό στη Φύση, που ο γέρο Χρόνος έπρεπε να επέμβει. Τον αγαπούσε, όμως, και ήξερε πως ήταν μικρός και παιχνιδιάρης· έτσι αποφάσισε να του δώσει μια μικρή τιμωρία: από εκείνη τη μέρα, την πρώτη του Απρίλη, όλοι θα είχαν δικαίωμα να λένε ψέματα στον Απρίλη και να τον γελούν. Έτσι γεννήθηκε η Πρωταπριλιά.

Από τότε, οι ψαράδες που ξεκινούσαν για ψάρεμα τον Απρίλη, όταν γύριζαν με άδεια χέρια, διηγούνταν ιστορίες για τεράστια ψάρια που τους ξέφευγαν. Οι άνθρωποι πίστευαν πως τα πρωταπριλιάτικα ψέματα ήταν γούρι· ξεγελούσαν με αυτά όχι μόνο τους άλλους ανθρώπους αλλά και τους δαίμονες, για να κρατήσουν τις περιουσίες τους ασφαλείς.

Στην ύπαιθρο, το παιχνίδι «τον βούριστρον τζιαι τον λαχτοπάτην» ήταν αγαπημένο. Οι μεγαλύτεροι έστελναν άπειρους νέους σε κάποιον ομοχώριο τους για να ζητήσουν τα μυστηριώδη αντικείμενα. Οι νέοι, χωρίς να καταλαβαίνουν, εκτελούσαν τις εντολές και συνήθως δέχονταν τα πειράγματα που συνοδεύονταν από βουρίσματα και λαχτοπατήματα.

Οι νεόνυμφες κοπέλες που γεννούσαν πρόωρα χρησιμοποιούσαν τον Απρίλη για να παραπλανήσουν τον άντρα τους, λέγοντάς του μετρώντας τους μήνες με μια παιχνιδιάρικη λογική:

«Απρίλης γρύλλης τέσσερις, Μάης τσιαι πρωτογιούνης έξη,
Ο μήνας που σ’ αρμάστηκα τσι ο μήνας που με πήρες οχτώ,
Τσι ο μήνας που εστεφανωθήκαμεν ενιά…»

Ο Απρίλης έχει 30 ημέρες και θεωρείται από τους πιο όμορφους μήνες. Ανθίζουν τα λουλούδια, ωριμάζουν τα σπαρτά και φυτεύονται οι αγροί. Για τον λόγο αυτό λέγεται και Φυτευτής, ενώ η παροιμία λέει: «Ο Μάρτης με τα λούλουδα, τζι’ Απρίλης με τα ρόδα».

Την πρώτη του μήνα γιορτάζεται η έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα των Ελλήνων το 1955 για την ανεξαρτησία της Κύπρου από τους Άγγλους. Συνήθως, ο Απρίλης είναι ο μήνας του Πάσχα, γι’ αυτό τον αποκαλούν και Λαμπριάτη.

Ο Απρίλης λέγεται και Γρύλλης, από τη λέξη γρυλλώνω, γιατί οι γεωργοί πρέπει να έχουν τα μάτια τους ανοιχτά στα σπαρτά τους για να μην τα κλέψουν. Η παροιμία λέει: «Απρίλλην γρύλληννε τσιαι θώριννε, τον Μάην κατάκοφκε».

Στις 23 Απριλίου ή την επόμενη μέρα, η εκκλησία γιορτάζει τον Άγιο Γεώργιο τον Δρακοκτόνο. Ο Άγιος προστατεύει τη φύση και τους ανθρώπους, σκότωσε τον δράκο που φύλαγε τα νερά μιας πηγής, και χάρισε ασφάλεια στους κατοίκους.

Έτσι, ο Απρίλης έρχεται με τα λουλούδια του, τα παιχνίδια, τα ψέματα και τις γιορτές του, θυμίζοντας πως η άνοιξη είναι εποχή παιχνιδιάρικη, μα και γεμάτη ζωή και ελπίδα.

ΜΗΝΟΛΟΓΙΟ ΜΗΝΟΣ ΙΟΥΝΙΟΥ

Στην κυπριακή παράδοση ο Ιούνιος θεωρούνταν μήνας φωτεινός και γεμάτος ζωή. Τα χωράφια είχαν πλέον ψηλώσει, τα στάχυα κιτρίνιζαν στον ήλιο και οι άνθρωποι άρχιζαν να προετοιμάζονται για το θέρος. Οι παλιοί έλεγαν πως ο Ιούνιος είναι ο μήνας που δείχνει αν οι κόποι του χειμώνα και της άνοιξης θα ανταμειφθούν.

Κάποτε, σε ένα χωριό της επαρχίας Πάφου, ζούσε ένας γεωργός που κάθε χρόνο περίμενε τον Ιούνιο με μεγάλη αγωνία. Είχε ένα χωράφι με σιτάρι λίγο έξω από το χωριό, σε έναν τόπο που τον έπιανε καλά ο ήλιος και ο αέρας.

Όλο τον χειμώνα είχε δουλέψει τη γη με υπομονή. Όργωσε, έσπειρε και πρόσεχε το χωράφι του κάθε φορά που περνούσε από εκεί. Όταν έφτασε ο Ιούνιος, τα στάχυα είχαν ψηλώσει και είχαν πάρει το χρυσαφένιο τους χρώμα.

Ένα πρωινό βγήκε πολύ νωρίς, πριν ακόμη δυναμώσει ο ήλιος, και πήγε να δει τη σοδειά του. Ο τόπος ήταν ήσυχος και μόνο ο αέρας περνούσε ανάμεσα από τα στάχυα κάνοντάς τα να κυματίζουν σαν θάλασσα.

Οι παλιοί έλεγαν πως εκείνες τις στιγμές η γη μιλά στον άνθρωπο. Όποιος έχει δουλέψει με κόπο και υπομονή, βλέπει τον Ιούνιο τον καρπό των προσπαθειών του.

Ο γεωργός στάθηκε για λίγο και κοίταξε το χωράφι του που απλωνόταν μπροστά του γεμάτο σιτάρι. Κατάλαβε τότε γιατί οι γέροντες του χωριού έλεγαν πως ο Ιούνιος είναι μήνας ευγνωμοσύνης. Είναι η εποχή που η γη ανταποδίδει όσα της έδωσαν οι άνθρωποι.

Και έτσι, όταν αργότερα άρχισε το θέρος και οι άνθρωποι βγήκαν στα χωράφια για να θερίσουν, οι παλιοί θυμούνταν πάντα πως ο Ιούνιος είναι ο μήνας που δείχνει αν η υπομονή και η δουλειά του ανθρώπου αξίζουν τον κόπο.

----------------------------------

Ο Ιούνιος είναι ο μήνας που ωριμάζουν τα μήλα, και όπως λέει το παλιό δύστιχο:
«Ο Μάης με τα τριαντάφυλλα, κι ο Ιούνης με τα μήλα».
Γι’ αυτό και τον ονόμαζαν πρωτογιούνη, τον πρώτο μήνα του καλοκαιριού, προαγωγό της ζέστης και του ήλιου.

Τη νύχτα της 6ης Ιουνίου, στον ουρανό εμφανίζεται ένας μαγικός αστερισμός: η Οπλιά, ή κατά άλλους οι Πλειάδες, ή όπως τον ξέρουμε σήμερα, η Πούλια. Μέχρι αυτήν την ημερομηνία, οι αγρότες πρέπει να θερίσουν τα σπαρτά τους· αν όχι, λένε πως η Οπλιά τα βλέπει και τα κασιάζει, και ο θερισμός γίνεται δύσκολος.

Οι Πλειάδες δεν ήταν μόνο αστερισμός· ήταν εφτά κόρες του τιτάνα Άτλαντα, θεότητες των βουνών, που από την ένωση τους με τον Δία, τον Ποσειδώνα και τον Άρη γεννήθηκαν θεοί και ήρωες. Όμως η ιστορία τους ήταν γεμάτη αγωνία. Ο γίγαντας Ωρίωνας τις ερωτεύτηκε και τις καταδίωξε για πέντε χρόνια, ώσπου οι Πλειάδες κατέφυγαν στον Δία. Εκείνος, με την καρδιά του γεμάτη συμπόνια, τις μετέτρεψε σε αστερισμό για να τις σώσει. Αλλά ο Ωρίωνας δεν τις άφησε· και αυτός έγινε αστερισμός, και γι’ αυτό οι Πλειάδες φαίνεται να προπορεύονται στον ουρανό, ενώ εκείνος τις ακολουθεί, κι όταν πέφτουν προς τη θάλασσα για να του ξεφύγουν, μοιάζει σαν να χορεύουν με τα κύματα.

Στην αρχαιότητα, οι άνθρωποι κοιτούσαν τις Πλειάδες για να προσδιορίσουν τις εποχές: η εμφάνισή τους στα τέλη Μαΐου ανήγγελλε την αρχή του καλοκαιριού, ενώ η δύση τους προμήνυε την αρχή του χειμώνα. Και λένε πως ήταν αστερισμός της αγάπης· γι’ αυτό τραγουδούσαν:
«Έτην Οπλιά π ανέφανε,
τα άστρη της είναι εξι,
όποιος αγάπην αγαπά,
να πάει να θκιαλέξει».

Στις 24 Ιουνίου, η γη φωτίζεται από τη γιορτή του Αϊ Γιανιού του Λαμπροφόρου, ημέρα που τιμάται η γέννηση του Ιωάννη του Βαπτιστή. Την παραμονή, οι αυλές γεμίζουν φωτιά και λαμπρατσιές, και οι νέοι πηδούν πάνω από τις φλόγες, τραγουδώντας για να διώξουν τα κακά πνεύματα και να φέρουν την τύχη. Οι γυναίκες και οι γέροντες διασκέλιζαν πηδώντας κι αυτοί πάνω από τις φλόγες, και το έθιμο αυτό, αν και προσπάθησε να το απαγορεύσει η 6η Οικουμενική Σύνοδος, επέζησε στα κυπριακά χωριά μέχρι τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα.

Στο τέλος της γιορτής, οι φωτιές έκαιγαν τα λουλούδινα στεφάνια που είχαν κρεμαστεί στις πόρτες από την 1η Μαΐου, και την παραμονή αναβίωνε και το έθιμο του Κλήδονα. Οι κοπέλες συγκεντρώνονταν σε ένα σπίτι, και μια από αυτές, που είχε και τους δύο γονείς ζωντανούς, κουβαλούσε το αμίλητο νερό. Κατά τη μεταφορά του δεν μιλούσε καθόλου· τη νύχτα, το νερό αυτό άδειαζε σε πήλινο δοχείο, όπου κάθε κοπέλα έριχνε ένα προσωπικό αντικείμενο. Το δοχείο σκεπαζόταν με κόκκινο ύφασμα και έμενε όλη τη νύχτα υπό το φως των άστρων, για να αποκτήσει μαγικές ιδιότητες. Οι κοπέλες έλεγαν λόγια για να ξορκίσουν το κακό και να ευλογηθεί το νερό:

«Ρίξε το βλέμμα σου, φεγγάρι μου, στο σκοτάδι απόψε σε καλώ,
για να σκορπίσεις το φως σου πάνω σε τούτο το νερό,
ξορκισμένο να ναι από κακό κι ευλογημένο μόνο με το καλό…»

Το πρωί, με την ανατολή του ήλιου, άνοιγαν τον Κλήδονα και έβλεπαν στον καθρέφτη του νερού τα όνειρά τους και τον μελλοντικό τους σύζυγο. Το φεγγαρόνερο αυτό, φτιαγμένο από το αμίλητο νερό, χρησιμοποιούνταν για παντός είδους μαγικές πρακτικές: να ξεπλένονται τα νεογνά, να καθαρίζεται το σπίτι από γρουσουζιά, να ψοφούν οι ψύλλοι και οι κορκοί, και τέλος, να φωτίζει με οράματα τα μελλούμενα.

Κι έτσι, ο Ιούνιος περνάει σαν παραμύθι: με τα μήλα να ωριμάζουν, τα άστρα να φωτίζουν τις νύχτες, τις φωτιές του Αϊ Γιαννιού να τρεμοπαίζουν και τις κοπέλες να περιμένουν με αγωνία τα όνειρά τους. Ένας μήνας γεμάτος φως, μύθους και μαγικά έθιμα, που ενώνει τον ουρανό με τη γη, το παρελθόν με το παρόν, και τους ανθρώπους με τη φύση.

ΜΗΝΟΛΟΓΙΟ ΙΟΥΛΙΟΥ

Στην κυπριακή παράδοση ο Ιούλιος ήταν ο μήνας του καύσωνα, των μεγάλων ζεστών ημερών και του ήλιου που έσταζε φως σε όλη τη γη. Οι παλιοί έλεγαν πως τότε η φύση ξεκουράζεται και περιμένει τον άνθρωπο να τη φροντίσει με προσοχή, γιατί η ζέστη μπορεί να καταστρέψει ό,τι φύτεψε όλο τον χρόνο.

Κάποτε, σε ένα χωριό της Πάφου, ζούσε ένας γεωργός που είχε αμπέλι στον λόφο πάνω από το χωριό. Ο Ιούλιος είχε μπει με καυτό ήλιο και λίγες νεραντζιές που υπήρχαν στον δρόμο μοσχοβολούσαν στο πρωινό αεράκι. Ο γεωργός ήξερε πως οι μέρες αυτές ήταν κρίσιμες για τα σταφύλια, γιατί αν δεν τα πρόσεχε, η ζέστη θα τα έκανε να μαραθούν πριν ωριμάσουν.

Κάθε πρωί έπαιρνε το δοχείο με νερό και πηγαίνοντας στο αμπέλι, πότιζε τα φυτά και έλεγχε τα σταφύλια. Το μεσημέρι κρυβόταν κάτω από τα αμπέλια για να ξεκουραστεί, και το απόγευμα γύριζε σπίτι για να φέρει φαγητό και νερό στους δικούς του.

Οι παλιοί έλεγαν πως τον Ιούλιο έπρεπε να προσέχεις τη γη σαν παιδί, γιατί η φύση ήταν πιο ευαίσθητη και δεν συγχωρούσε αμέλεια. Αν κάποιος δεν πρόσεχε, τα σταφύλια ή τα σιτηρά μαραίνονταν, και ο κόπος όλου του χρόνου χάνονταν.

Μια μέρα, καθώς ο γεωργός περιεργαζόταν τα σταφύλια του, άκουσε έναν ήχο σαν ψίθυρο ανάμεσα στα φύλλα. Λένε οι παλιοί πως είναι η φωνή της γης που μιλάει σε όποιον δουλεύει με προσοχή και αγάπη. Ο γεωργός χαμογέλασε και σκέφτηκε πως όλη η κούραση άξιζε.

Από τότε οι χωριανοί διηγούνταν πως ο Ιούλιος είναι μήνας που δοκιμάζει τον άνθρωπο. Είναι μήνας υπομονής, φροντίδας και προσοχής, αλλά αν τον περάσεις με σεβασμό στη γη, σου δίνει τις πιο γλυκιές ανταμοιβές της χρονιάς.

--------------------------
Στις 17 του μηνός που γιορτάζει η Αγία Μαρίνα, αρχίζουν να ωριμάζουν τα σταφύλια, αφού αυτή την ημέρα μελανίζουν οι πρώτες ρόγες στα τσαμπιά.
Η Αγία Μαρίνα θεωρείται προστάτιδα του ύπνου των μωρών, «Αγιά Μαρίνα τσιαι τσιυρά που μαρανίσκεις τα μωρά» καθώς λέει το τσιαττιστο, θεωρείται επίσης ότι ξεμωρανίσκει και αναζωογονεί τα καχεκτικά παιδιά.
Εάν στις 17 μηνός Αγίας Μαρίνας πνέουν βόρειοι άνεμοι, και εάν στις 20 μηνός Προφήτη Ηλία φυσούν αέρηδες υπό συννεφιά, πιστεύεται ότι το επόμενο έτος θα είναι ευφορότατο, καθώς λέει το δύστυχο, «Βορκάδες της Αγιάς Μαρίνας Νέφη του Προφήτη Ηλία».
Τον αστερισμό της Άρκτου οι Κύπριοι τον καλούν ως άμαξα του προφήτη Ηλία και πιστεύουν ότι όταν σεργιανίζει με αυτήν στους ουρανούς, ο καιρός τρικυμιαζει και χαλάει από τις βροντές που προκαλούν οι τροχοί της άμαξας πάνω στα σύννεφα, και από τις αστραπές που προκαλούνται από τα πέταλα των αλόγων που την σέρνουν.
Όλα τα ξωκλήσια του Προφήτη Ηλία είναι κτισμένα σε ψηλώματα και βουνοκορφές που φυσούν δυνατοί άνεμοι και λογαριάζονται τόποι ιεροί, αφού τα Χριστιανικά έθιμα ορίζουν τον προφήτη Ηλία ως τον αφέντη των ανέμων, γι αυτό ο Ιούλιος με τους πολλούς αέρηδες ονομάζεται Αϊ Λιάτης. Ονομάζεται επίσης Αλωνάρης ή Αλωνιστής αφού στον μήνα αυτό με την βοήθεια των αέρηδων γίνεται το αλώνισμα των σιτηρών στα αλώνια, γι αυτό όταν δεν φυσά, του κάμνουν θυσία μιάν τηανιάν παρακαλώντας τον να αφήσει τους αέρηδες να φυσήσουν.
Το αλώνι είναι ένα μικρός χώρος καυκάλλας στην ύπαιθρο, που οι  γεωργοί διάλεγαν να βρίσκεται σε μέρος που να το φυσούν δυνατοί άνεμοι. Είχε σχήμα κυκλικό και στη μέση βρισκόταν ένα ξύλινο δοκάρι γύρω από το οποίο έτρεχαν τα ζεμένα ζώα ποδοπατώντας τις θημωνιές αλωνίζοντας έτσι τα στάχια. Κατόπιν χρησιμοποιούσαν την δουκάνι, μια ειδικά διαμορφωμένη χοντρή πλατιά σανίδα που από κάτω της είχε μπηγμένα σπασμένα γυαλιά τα οποία θρυμμάτιζαν τα στάχια.
Ύστερα θέλοντας να διαχωρίσουν τον καρπό από τα άχερα, με το δικράνι φτυάριζαν τα σπασμένα στάχια ρίχνοντας τα ψηλά στον αέρα ο οποίος φυσώντας έριχνε τα ελαφρύτερα άχυρα μακρύτερα, ενώ τον βαρύτερο καρπό, κοντύτερα. Τα έθιμα του αλωνισμού ήθελαν τις νοικοκυρές να μην γνέθουν αδράχτι ή ρόκα στο αλώνι, διότι πίστευαν πως ήταν εργαλεία ξόρκια που έδιωχναν τους αέρηδες μακριά.
Τον μήνα Ιούλιο εκτός από τον Προφήτη Ηλία που γιορτάζει στις 20 τους μηνός, την πρώτη του μήνα γιορτάζουν οι  άγιοι Ανάργυροι Κοσμάς και Δαμιανός των οποίων η αφιλοκερδής δραστηριότητά τους ως γιατροί που θεράπευαν τον κόσμο, εξόργισε τον έπαρχο ο οποίος κατά τον 3ο αιώνα τους ζήτησε να αποκηρύξουν την πίστη τους, κι όταν αυτοί αρνήθηκαν τους βασάνισε και στο τέλος τους αποκεφάλισε.
Στις 26 του μήνα εορτάζεται η μνήμη οσιομάρτυρας Αγίας Παρασκευής που σύμφωνα με την παράδοση θεραπεύει τα άρρωστα μάτια.
Στις 27 του μήνα «κουτσοί, στραβοί στον άγιο Παντελεήμονα» καθώς λέει η παροιμία, εφόσον αυτή την ημέρα  εορτάζεται ο Άγιος Παντελεήμονας που ήταν  ιατρός και ασκούσε την ιατρική ως φιλανθρωπία και ο οποίος αποκεφαλίστηκε το έτος 305 από τους ειδωλολάτρες.

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΤΑΠΑΚΟΥΔΗΣ