Στην κυπριακή παράδοση ο Ιούνιος θεωρούνταν μήνας φωτεινός και γεμάτος ζωή. Τα χωράφια είχαν πλέον ψηλώσει, τα στάχυα κιτρίνιζαν στον ήλιο και οι άνθρωποι άρχιζαν να προετοιμάζονται για το θέρος. Οι παλιοί έλεγαν πως ο Ιούνιος είναι ο μήνας που δείχνει αν οι κόποι του χειμώνα και της άνοιξης θα ανταμειφθούν.
Κάποτε, σε ένα χωριό της επαρχίας Πάφου, ζούσε ένας γεωργός που κάθε χρόνο περίμενε τον Ιούνιο με μεγάλη αγωνία. Είχε ένα χωράφι με σιτάρι λίγο έξω από το χωριό, σε έναν τόπο που τον έπιανε καλά ο ήλιος και ο αέρας.
Όλο τον χειμώνα είχε δουλέψει τη γη με υπομονή. Όργωσε, έσπειρε και πρόσεχε το χωράφι του κάθε φορά που περνούσε από εκεί. Όταν έφτασε ο Ιούνιος, τα στάχυα είχαν ψηλώσει και είχαν πάρει το χρυσαφένιο τους χρώμα.
Ένα πρωινό βγήκε πολύ νωρίς, πριν ακόμη δυναμώσει ο ήλιος, και πήγε να δει τη σοδειά του. Ο τόπος ήταν ήσυχος και μόνο ο αέρας περνούσε ανάμεσα από τα στάχυα κάνοντάς τα να κυματίζουν σαν θάλασσα.
Οι παλιοί έλεγαν πως εκείνες τις στιγμές η γη μιλά στον άνθρωπο. Όποιος έχει δουλέψει με κόπο και υπομονή, βλέπει τον Ιούνιο τον καρπό των προσπαθειών του.
Ο γεωργός στάθηκε για λίγο και κοίταξε το χωράφι του που απλωνόταν μπροστά του γεμάτο σιτάρι. Κατάλαβε τότε γιατί οι γέροντες του χωριού έλεγαν πως ο Ιούνιος είναι μήνας ευγνωμοσύνης. Είναι η εποχή που η γη ανταποδίδει όσα της έδωσαν οι άνθρωποι.
Και έτσι, όταν αργότερα άρχισε το θέρος και οι άνθρωποι βγήκαν στα χωράφια για να θερίσουν, οι παλιοί θυμούνταν πάντα πως ο Ιούνιος είναι ο μήνας που δείχνει αν η υπομονή και η δουλειά του ανθρώπου αξίζουν τον κόπο.
Ο Ιούνιος είναι ο μήνας που ωριμάζουν τα μήλα, και όπως λέει το παλιό δύστιχο:
«Ο Μάης με τα τριαντάφυλλα, κι ο Ιούνης με τα μήλα».
Γι’ αυτό και τον ονόμαζαν πρωτογιούνη, τον πρώτο μήνα του καλοκαιριού, προαγωγό της ζέστης και του ήλιου.
Τη νύχτα της 6ης Ιουνίου, στον ουρανό εμφανίζεται ένας μαγικός αστερισμός: η Οπλιά, ή κατά άλλους οι Πλειάδες, ή όπως τον ξέρουμε σήμερα, η Πούλια. Μέχρι αυτήν την ημερομηνία, οι αγρότες πρέπει να θερίσουν τα σπαρτά τους· αν όχι, λένε πως η Οπλιά τα βλέπει και τα κασιάζει, και ο θερισμός γίνεται δύσκολος.
Οι Πλειάδες δεν ήταν μόνο αστερισμός· ήταν εφτά κόρες του τιτάνα Άτλαντα, θεότητες των βουνών, που από την ένωση τους με τον Δία, τον Ποσειδώνα και τον Άρη γεννήθηκαν θεοί και ήρωες. Όμως η ιστορία τους ήταν γεμάτη αγωνία. Ο γίγαντας Ωρίωνας τις ερωτεύτηκε και τις καταδίωξε για πέντε χρόνια, ώσπου οι Πλειάδες κατέφυγαν στον Δία. Εκείνος, με την καρδιά του γεμάτη συμπόνια, τις μετέτρεψε σε αστερισμό για να τις σώσει. Αλλά ο Ωρίωνας δεν τις άφησε· και αυτός έγινε αστερισμός, και γι’ αυτό οι Πλειάδες φαίνεται να προπορεύονται στον ουρανό, ενώ εκείνος τις ακολουθεί, κι όταν πέφτουν προς τη θάλασσα για να του ξεφύγουν, μοιάζει σαν να χορεύουν με τα κύματα.
Στην αρχαιότητα, οι άνθρωποι κοιτούσαν τις Πλειάδες για να προσδιορίσουν τις εποχές: η εμφάνισή τους στα τέλη Μαΐου ανήγγελλε την αρχή του καλοκαιριού, ενώ η δύση τους προμήνυε την αρχή του χειμώνα. Και λένε πως ήταν αστερισμός της αγάπης· γι’ αυτό τραγουδούσαν:
«Έτην Οπλιά π ανέφανε,
τα άστρη της είναι εξι,
όποιος αγάπην αγαπά,
να πάει να θκιαλέξει».
Στις 24 Ιουνίου, η γη φωτίζεται από τη γιορτή του Αϊ Γιανιού του Λαμπροφόρου, ημέρα που τιμάται η γέννηση του Ιωάννη του Βαπτιστή. Την παραμονή, οι αυλές γεμίζουν φωτιά και λαμπρατσιές, και οι νέοι πηδούν πάνω από τις φλόγες, τραγουδώντας για να διώξουν τα κακά πνεύματα και να φέρουν την τύχη. Οι γυναίκες και οι γέροντες διασκέλιζαν πηδώντας κι αυτοί πάνω από τις φλόγες, και το έθιμο αυτό, αν και προσπάθησε να το απαγορεύσει η 6η Οικουμενική Σύνοδος, επέζησε στα κυπριακά χωριά μέχρι τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα.
Στο τέλος της γιορτής, οι φωτιές έκαιγαν τα λουλούδινα στεφάνια που είχαν κρεμαστεί στις πόρτες από την 1η Μαΐου, και την παραμονή αναβίωνε και το έθιμο του Κλήδονα. Οι κοπέλες συγκεντρώνονταν σε ένα σπίτι, και μια από αυτές, που είχε και τους δύο γονείς ζωντανούς, κουβαλούσε το αμίλητο νερό. Κατά τη μεταφορά του δεν μιλούσε καθόλου· τη νύχτα, το νερό αυτό άδειαζε σε πήλινο δοχείο, όπου κάθε κοπέλα έριχνε ένα προσωπικό αντικείμενο. Το δοχείο σκεπαζόταν με κόκκινο ύφασμα και έμενε όλη τη νύχτα υπό το φως των άστρων, για να αποκτήσει μαγικές ιδιότητες. Οι κοπέλες έλεγαν λόγια για να ξορκίσουν το κακό και να ευλογηθεί το νερό:
«Ρίξε το βλέμμα σου, φεγγάρι μου, στο σκοτάδι απόψε σε καλώ,
για να σκορπίσεις το φως σου πάνω σε τούτο το νερό,
ξορκισμένο να ναι από κακό κι ευλογημένο μόνο με το καλό…»
Το πρωί, με την ανατολή του ήλιου, άνοιγαν τον Κλήδονα και έβλεπαν στον καθρέφτη του νερού τα όνειρά τους και τον μελλοντικό τους σύζυγο. Το φεγγαρόνερο αυτό, φτιαγμένο από το αμίλητο νερό, χρησιμοποιούνταν για παντός είδους μαγικές πρακτικές: να ξεπλένονται τα νεογνά, να καθαρίζεται το σπίτι από γρουσουζιά, να ψοφούν οι ψύλλοι και οι κορκοί, και τέλος, να φωτίζει με οράματα τα μελλούμενα.
Κι έτσι, ο Ιούνιος περνάει σαν παραμύθι: με τα μήλα να ωριμάζουν, τα άστρα να φωτίζουν τις νύχτες, τις φωτιές του Αϊ Γιαννιού να τρεμοπαίζουν και τις κοπέλες να περιμένουν με αγωνία τα όνειρά τους. Ένας μήνας γεμάτος φως, μύθους και μαγικά έθιμα, που ενώνει τον ουρανό με τη γη, το παρελθόν με το παρόν, και τους ανθρώπους με τη φύση.
