ΜΗΝΟΛΟΓΙΟ ΙΑΝΝΟΥΑΡΙΟΥ

Παλιά, στα χωριά της Πάφου, οι άνθρωποι έλεγαν πως τις νύχτες του Γεννάρη ο κόσμος δεν ήταν ποτέ εντελώς ήσυχος. Από τα Χριστούγεννα ως τα Φώτα πίστευαν ότι κυκλοφορούσαν οι καλικάντζαροι· μικρά παράξενα πλάσματα που ανέβαιναν από τα βάθη της γης και τριγυρνούσαν στα χωριά και στους μύλους.

Κάποτε ζούσε ένας μυλωνάς που δούλευε σε έναν παλιό νερόμυλο έξω από το χωριό. Ο μύλος ήταν χτισμένος κοντά σε ένα ρυάκι, εκεί όπου το νερό έτρεχε ασταμάτητα και οι καλαμιές ψιθύριζαν με τον άνεμο. Τα βράδια του χειμώνα ο τόπος γινόταν ακόμη πιο έρημος. Μόνο το νερό και η πέτρα του μύλου ακούγονταν να δουλεύουν.

Ένα βράδυ του Γεννάρη ο μυλωνάς έμεινε μόνος για να τελειώσει το άλεσμα του σιταριού. Η νύχτα είχε προχωρήσει και το σκοτάδι είχε σκεπάσει τον τόπο. Κάποια στιγμή άρχισε να ακούει απ’ έξω παράξενους ήχους. Πρώτα ήρθαν κάτι χαμηλά γέλια, ύστερα σφυρίγματα και βήματα που έμοιαζαν να χορεύουν πάνω στο χώμα.

Πλησίασε προσεκτικά στο μικρό παράθυρο και κοίταξε έξω. Στο μισοσκόταδο του φεγγαριού είδε μικρές σκιές να γυρίζουν γύρω από τον μύλο. Έμοιαζαν με ανθρώπους, μα τα πόδια τους ήταν στραβά και τα χέρια τους μακριά. Τα μάτια τους γυάλιζαν μέσα στη νύχτα.

Τότε κατάλαβε πως ήταν οι καλικάντζαροι, όπως έλεγαν οι παλιοί.

Σε λίγο ακούστηκαν χτυπήματα στην πόρτα. Οι φωνές τους ήταν παράξενες και κοροϊδευτικές, και του φώναζαν να ανοίξει για να ζεσταθούν. Ο μυλωνάς όμως θυμήθηκε όσα του είχαν μάθει οι γέροι του χωριού: πως αυτά τα πλάσματα φοβούνται τον σταυρό και τη φωτιά.

Σηκώθηκε αμέσως, έκανε έναν μεγάλο σταυρό στην πόρτα και έριξε λίγο αλάτι μέσα στη φωτιά του τζακιού. Η φλόγα φούντωσε και μια βαριά μυρωδιά απλώθηκε στον μύλο.

Τότε έξω ακούστηκαν φωνές και αναστάτωση. Οι σκιές άρχισαν να τρέχουν γύρω από το κτίσμα και κάποια από αυτές φώναξε τρομαγμένη πως μύρισε παπάς. Σε λίγο τα γέλια χάθηκαν μέσα στο σκοτάδι και η νύχτα ξαναβρήκε τη σιωπή της.

Ο μυλωνάς έμεινε άγρυπνος μέχρι να ξημερώσει. Όταν βγήκε το πρωί έξω από τον μύλο, είδε στο χώμα πατημασιές που δεν έμοιαζαν με ανθρώπινες, μα σαν πόδια κατσικιού.

Οι παλιοί που διηγούνταν την ιστορία έλεγαν πάντα πως τέτοια πράγματα συνέβαιναν μόνο μέχρι τα Φώτα. Γιατί τότε, όταν αγιάζονται τα νερά, οι καλικάντζαροι φεύγουν ξανά στα βάθη της γης και ο κόσμος ησυχάζει μέχρι τον επόμενο χειμώνα.

Ο Ιανουάριος παλιά δεν ήταν ο πρώτος μήνας του έτους, αλλά ο τρίτος. Πρώτος ήταν ο Μάρτιος, ωστόσο αυτός όταν μια φορά ξεγέλασε τα αδέρφια του και ήπιε όλο το κρασί που ήταν για όλους, ο Γενάρης θύμωσε και καθώς γεροδεμένος περισσότερο, τον έκανε τουλούμι στο ξύλο και τον έβγαλε από την πρώτη θέση και την πήρε αυτός.

--------------

Ιανουάριος – Ο Γενάρης, ο πολυομβρυώτερος μήνας

Στα χωριά της Κύπρου, ο Γενάρης ήταν μήνας συννεφιασμένος και μελαγχολικός. Οι παλιοί έλεγαν πως αν κάποιος ήταν σκυθρωπός, τον ονόμαζαν «Γεννάρη», και αν κάποια στιγμή χαμογελούσε, τότε η παροιμία λέει: «Έκαμεν τζ’ ό Γεννάρης ήλιον, ή Έγέλασεν τζι ο Γεννάρης».

Τη νύχτα της παραμονής της Πρωτοχρονιάς, οι οικογένειες μαζεύονταν γύρω από τη φουκού. Στα χέρια κρατούσαν κλαδιά ελιάς και κομμάτια βασιλικιάς, τα οποία ρίχνανε στη φωτιά για να δουν αν η ευχή τους για αγάπη θα πραγματοποιηθεί. Αν το φύλλο αναπηδούσε και αναστραφεί με κρότο, ήταν σημάδι ότι η αγάπη ήταν αμοιβαία. Το τελετουργικό επαναλαμβανόταν τρεις φορές για βεβαιότητα.

Το πρωί της Πρωτοχρονιάς, μετά τη θεία λειτουργία, έκοβαν τη βασιλόπιττα. Μέσα κρυβόταν ένα μικρό αργυρό νόμισμα· όποιος το έβρισκε το φύλαγε προσεκτικά, γιατί πίστευαν ότι θα του έφερνε τύχη όλο το χρόνο. Παράλληλα, οι νοικοκυρές έριχναν λίγα από τα κόλλυβα και τα φύλλα των κλαδιών στους βόες για να ευλογηθούν τα ζώα από τον Άη Βασίλη.

Τις πρώτες πέντε μέρες του Γενάρη, οι Καλικάντζαροι κυκλοφορούσαν ελεύθεροι στα σπίτια, πονηροί, άσχημοι και μαύροι, με μακριά νύχια και αχτένιστα μαλλιά. Οι οικογένειες φρόντιζαν να τους ταΐζουν με ξεροτήανα, λουκάνικα και ψωμί, ρίχνοντας τα στο δώμα, ώστε οι δαίμονες να φάνε και να φύγουν χωρίς ζημιές. Αν κάποιος ξεχνούσε το έθιμο, οι άλλοι τον υπενθύμιζαν με τραγουδάκια:

«Τιτσίν, τιτσίν λουκάνικον, κομμάτιν ξεροτήανον, νά φάσιν τζιαι να φύουσιν»

Μετά την έκτη ημέρα, των Θεοφανείων, οι Καλικάντζαροι φεύγουν δια παντός, καθώς η αγία των υδάτων καθαγιάζει τη φύση.

Οι Γενάρηδες πίστευαν πως το φεγγάρι φωτίζει λαμπρά και ζωντανά: «Του Γεννάρη το φεγγάρι σαν την ημέραν λάμπει», και ότι από αυτόν τον μήνα οι μέρες αρχίζουν να μεγαλώνουν. Ήταν και μήνας καλών κυνηγιών, με παχουλές πέρδικες να γεμίζουν τα χωράφια.

Και έτσι, ο Γενάρης περνάει συννεφιασμένος αλλά γεμάτος μαγεία και μυστήριο, με φωτιές στις φουκιές, βασιλόπιττες, μαντείες αγάπης και καλικάντζαρους που κάνουν τα πρώτα τους πειράγματα για τη χρονιά που μόλις ξεκίνησε.

ΜΗΝΟΛΟΓΙΟ ΜΑΡΤΙΟΥ

Στην κυπριακή παράδοση ο Μάρτης θεωρούνταν μήνας που φέρνει την άνοιξη, αλλά μαζί του φέρνει και τις τελευταίες δοκιμασίες του χειμώνα. Οι παλιοί έλεγαν πως ο Μάρτης έχει δυο πρόσωπα: άλλοτε γελά με ήλιο και λουλούδια κι άλλοτε θυμώνει με κρύο και αέρα.

Κάποτε, σε ένα χωριό της επαρχίας Πάφου, ζούσε μια γριά που είχε λίγα κατσίκια και τα φρόντιζε μόνη της. Ο χειμώνας εκείνης της χρονιάς είχε περάσει δύσκολα, μα όταν μπήκε ο Μάρτης ο καιρός μαλάκωσε. Ο ήλιος ζέστανε τη γη και στα χωράφια άρχισαν να φαίνονται τα πρώτα αγριολούλουδα.

Η γριά, βλέποντας τον καλό καιρό, άρχισε να λέει στους γείτονες πως ο χειμώνας τελείωσε και πως ούτε ο Μάρτης δεν μπορούσε πια να τους κάνει κακό. Μια μέρα μάλιστα, καθώς έβγαζε τα κατσίκια της έξω από το χωριό, είπε δυνατά πως ο μήνας δεν είχε άλλη δύναμη.

Οι παλιοί όμως έλεγαν πως ο Μάρτης ακούει τέτοια λόγια και δεν τα αφήνει χωρίς απάντηση.

Το ίδιο βράδυ ο ουρανός άλλαξε. Από τα βουνά κατέβηκε δυνατός άνεμος και μαζί του ήρθε παγωνιά. Ο τόπος σκοτείνιασε και άρχισε να φυσά τόσο δυνατά που τα δέντρα λύγιζαν. Η γριά έτρεξε να μαζέψει τα κατσίκια της και να τα βάλει στο μαντρί, γιατί ο καιρός έγινε ξαφνικά χειμωνιάτικος.

Η κακοκαιρία κράτησε λίγες μέρες και μετά ο ουρανός καθάρισε πάλι. Ο ήλιος βγήκε, τα χωράφια γέμισαν λουλούδια και η άνοιξη προχώρησε όπως κάθε χρόνο.

Από τότε οι γέροντες του χωριού έλεγαν πως δεν πρέπει ποτέ να κοροϊδεύεις τον Μάρτη. Μπορεί να φέρνει την άνοιξη, αλλά κρατά πάντα λίγο χειμώνα στην καρδιά του για να θυμίζει στους ανθρώπους ότι η φύση έχει τον δικό της τρόπο να απαντά.

---------------

Μάρτιος - Ο Μάρτης που γελά και κλαίει

Έναν καιρό, ο Χρόνος, πατέρας των μηνών, διόρισε τον καθένα σε μια εποχή ανάλογα με τα προσόντα του, για να εναλλάσσονται οι εποχές ομαλά. Αρχικά, έβαλε πρώτο μήνα τον Μάρτη. Μα μια φορά ο Μάρτης, πειραχτικά και πεινασμένος για γλέντι, ξεγέλασε τα αδέλφια του και ήπιε όλο το κρασί που ήταν για όλους. Μέθυσε και άρχισε να γελάει και να θυμώνει, κάνοντας τον καιρό άστατο – μια μέρα καλοκαιριάζει και μια χειμωνιάζει.

Ο Χρόνος τότε ανέθεσε στον Γενάρη να πάρει τη θέση του, κι από τότε ο Μάρτης βρίσκεται στην τρίτη θέση, και οι μέρες του παραμένουν άστατες, σαν να κουβαλάει ακόμα τη μέθη του κρασιού.

Την πρώτη μέρα του Μάρτη, οι χωρικοί βγαίνουν στους αγρούς και νίβουν τα πρόσωπα και τα γυμνά μέρη τους με την πρωινή δροσιά, πιστεύοντας πως έτσι η επιδερμίδα τους θα μείνει μαλακή και δεν θα μαυρίσει από τον ήλιο. Όμως προσέχουν τα σπαρτά, γιατί αν νιώσουν τα δροσοσταλίδες στα σιτηρά, φοβούνται την κριθαριά – ένα μικρό ενοχλητικό σπυράκι.

Ο Μάρτης θεωρείται σπουδαίος μήνας για τη γεωργία. Οι σποραδικές βροχές του αυξάνουν τα σπαρτά και βοηθούν τα φρούτα να μεγαλώσουν. Τα πρωινά είναι παγερά, αλλά η μέρα θερμαίνεται γρήγορα. Οι παλιοί λένε:
"Το πορνόν του Μάρτη, ο γάρος εχτάρτην, το μεσομέριν επετάχτην", δηλαδή ο πρωινός παγετός είναι τόσο δυνατός που ψοφά και ο γάιδαρος, ενώ μέχρι το μεσημέρι η ζέστη τον διώχνει μακριά.

Τον μήνα Μάρτη γεννιούνται τα μικρά χνουδωτά σκουληκάκια, τα Μαρτούδκια, και από αυτά προέκυψε το έθιμο του Μάρτη: μικρά βραχιόλια από άσπρο και κόκκινο νήμα φοριούνται στα χέρια των παιδιών και κοριτσιών για να μην μαυρίσουν από τον ήλιο. Τα μωρά κάτω του ενός έτους, τα πρωτομαρτούδκια, φορούν εφταπλά βραχιόλια για καλή ανάπτυξη και υγεία.

Στο μήνα αυτό, οι κοπέλες βάζουν κόλλυβα κάτω από το προσκέφαλό τους την ημέρα των Αγίων Θεοδόρων για να μάθουν ποιος θα είναι ο μελλοντικός τους άντρας.

Ο Μάρτης, λένε, «μια γελά και μια κλαίει»: έχει δύο γυναίκες, τη μια όμορφη και φτωχή, την άλλη άσχημη και πλούσια. Όταν γυρίζει προς την άσχημη, κατσουφιάζει, σκοτεινιάζει ο ουρανός και βρέχει. Όταν γυρίζει προς την όμορφη, γελάει και ο ήλιος φωτίζει τη γη. Οι περισσότερες φορές, όμως, γυρίζει προς την άσχημη, γιατί αυτή τρέφει την όμορφη.

Ο Μάρτης είναι ο προπομπός της άνοιξης, ο Φυτευτής, κατάλληλος για φύτεμα δέντρων και καλλιεργειών. Στις 25 του μήνα γιορτάζεται ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου, αλλά και η έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 – ημέρα επίσημη αργία για τους Έλληνες.

Κι έτσι, ο Μάρτης μένει ένας μήνας γεμάτος άστατο καιρό, γελωτοποιός και δασκαλεμένος από τη φύση, που συνδυάζει κρύο και ζέστη, δροσιά και ήλιο, φύτεμα και χαρά για την άνοιξη που έρχεται.

ΜΗΝΟΛΟΓΙΟ ΜΗΝΟΣ ΜΑΪΟΥ

Στην κυπριακή παράδοση ο Μάης θεωρούνταν ο πιο χαρούμενος μήνας της άνοιξης. Τα χωράφια ήταν γεμάτα λουλούδια, τα δέντρα είχαν πλέον δέσει τον καρπό τους και οι άνθρωποι έλεγαν πως η γη βρίσκεται στην πιο όμορφη στιγμή της. Μαζί με την ομορφιά του μήνα υπήρχαν και παλιές ιστορίες που οι γέροντες διηγούνταν τα βράδια στις αυλές.

Κάποτε, σε ένα χωριό της επαρχίας Πάφου, ζούσε μια νεαρή κοπέλα που κάθε Μάη συνήθιζε να πηγαίνει νωρίς το πρωί στα χωράφια για να μαζεύει αγριολούλουδα. Οι παλιοί πίστευαν πως τα λουλούδια του Μάη έχουν ιδιαίτερη δύναμη, γιατί μεγαλώνουν με τον ήλιο της άνοιξης και τη δροσιά της νύχτας.

Ένα τέτοιο πρωινό, λίγο πριν ανατείλει ο ήλιος, η κοπέλα βγήκε από το χωριό και κατευθύνθηκε προς τους αγρούς. Η γη ήταν ακόμη βρεγμένη από τη νυχτερινή δροσιά και ο αέρας μύριζε θυμάρι και άγρια βότανα. Καθώς περπατούσε ανάμεσα στα χωράφια, μάζευε λουλούδια για να φτιάξει στεφάνι, όπως έκαναν πολλοί στα χωριά για την πρώτη μέρα του Μάη.

Οι γέροντες έλεγαν πως το στεφάνι αυτό δεν ήταν μόνο για ομορφιά. Το κρεμούσαν στην πόρτα του σπιτιού για να φέρει καλοτυχία, υγεία και ευλογία στο σπίτι για όλο το καλοκαίρι.

Όταν η κοπέλα γύρισε στο χωριό με το καλάθι της γεμάτο λουλούδια, κάθισε στην αυλή και έπλεξε το στεφάνι με προσοχή. Το κρέμασε πάνω από την πόρτα, όπως έκαναν και οι υπόλοιποι χωριανοί.

Οι παλιοί που διηγούνταν αυτή την ιστορία έλεγαν πως τέτοια μικρά έθιμα κρατούσαν τους ανθρώπους κοντά στη γη και στις εποχές της. Και ο Μάης, με τα λουλούδια και τις μυρωδιές του, θύμιζε κάθε χρόνο πως η ζωή συνεχίζει να ανθίζει όσο οι άνθρωποι θυμούνται τις παραδόσεις τους.

---------------------

Στις 29 Μαΐου 1453 ξημέρωσε μια πικρή μέρα· ήταν η αποφράδα μέρα της άλωσης της Κωνσταντινούπολης. Ένας θρύλος λέει ότι ο παπάς που λειτουργούσε στην Αγιά Σοφιά, ακούγοντας τον καλπασμό των βαρβάρων, πήρε το δισκοπότηρο και βγήκε από το ιερό. Οι εισβολείς όρμησαν, αλλά ο παπάς χάθηκε μέσα από μια μαγική σχισμή του τοίχου και από τότε παραμένει εκεί. Λέει ο θρύλος ότι θα επιστρέψει για να συνεχίσει τη λειτουργία μόνο όταν η πόλη ελευθερωθεί.

Η πρώτη του Μάη θεωρείται ιδιαίτερη και σημαδιακή μέρα. Είναι η καθιερωμένη γιορτή της εργατικής πρωτομαγιάς, όταν το 1886 στο Σικάγο οι εργάτες ξεσηκώθηκαν διεκδικώντας οκτάωρο και καλύτερες συνθήκες εργασίας. Την ίδια μέρα γιορτάζεται η Πρωτομαγιά και ως ημέρα των λουλουδιών και της Άνοιξης· οι άνθρωποι κρεμάνε άνθινα στεφάνια στα ανώφλια των θυρών.

Ο Μάιος είναι ο τελευταίος μήνας της Άνοιξης, μήνας χαράς και βλάστησης, όταν οι καρποί στα δέντρα αρχίζουν να σχηματίζονται και να δένουν. Ονομάζεται μήνας των ανθέων και όλη η φύση ευωδιάζει: «Ο Μάης με τα τριαντάφυλλα τζιαι τα πολλά τα ρόδα».

Στις 3 Μαΐου γιορτάζει η Αγία Μαύρη. Στην ύπαιθρο, οι χωρικοί εκδράμουν στις μάντρες των αιγοπροβάτων και πίνουν δωρεάν γάλα από τους βοσκούς, για να αποφύγουν το μαύρισμα από τον ήλιο του καλοκαιριού.

Η ζέστη του Μαΐου είναι μεγάλη· η χλόη μαραίνεται, τα σπαρτά ξεραίνονται, τα ρυάκια στερεύουν και τα λιμνάζοντα νερά εξατμίζονται από τον ήλιο. Η θερμότητα είναι τόσο έντονη που η φράση «Νάσιης την κατάραν μου τσιαι τον Μάην να ριάς» χρησιμοποιείται για να καταραστεί κανείς κάποιον, παραλληλίζοντας τη ζέστη του μήνα με τον πόνο που προκαλεί η κατάρα. Τα δειλινά ονομάζονται ηλιοκάματα, και οι καυτερές ακτίνες του ήλιου παραλληλίζονται με τη φωτιά που καίει τις καρδιές των ερωτευμένων· γι’ αυτό ο Μάιος θεωρείται και μήνας των ερώτων. Αν μια νέα αισθάνεται εγκαταλελειμμένη, εύχεται: «Μάη τσιαι μάεψε τον νέον που μ αγαπά».

Τον Μάιο δεν τελούνται γάμοι, καθώς πιστεύεται ότι δεν θα στεριώσουν ούτε θα ευδοκιμήσουν. Αντίθετα, ζευγάρια ζώων γίνονται επικίνδυνα λόγω των ορμονών τους. Με δοξασίες και μάγια, ο μήνας συνδέεται με νεκρούς και προστασία· οι Αρχαίοι Έλληνες τελούσαν πένθιμες εορτές και απέφευγαν χαρμόσυνες τελετές, για να μην προσβάλλουν τους νεκρούς.

Παράλληλα, την Μεγάλη Πέμπτη, οι νοικοκυρές έφτιαχναν κουλούρα και την κρεμούσαν στο εικονοστάσι, για να προστατευτούν τα μέλη της οικογένειας από μάγια. Οι χαροκαμένες μάνες που είχαν χάσει παιδιά απέφευγαν να τρώνε αγγούρια, καθώς η μυρωδιά τους ήταν τόσο έντονη που έφτανε στους πεθαμένους, χωρίς αυτοί να μπορούν να τα γευτούν. Έλεγαν: «Ανάθθεμα τη μάνα μου που τρώει τον Μάην αγγούρι, τσιαι εν επηρεν υπομονήν ναμπει ο Πρωτοϊούνης».

Ο Μάης, λοιπόν, μένει στη μνήμη των ανθρώπων ως μήνας των λουλουδιών, της βλάστησης, της ζέστης, των ερώτων και των παλιών δοξασιών. Κι όπως λέει η παράδοση, κάθε μέρα του μήνα κρύβει μια ιστορία από τη φύση και την ψυχή των ανθρώπων.

ΜΗΝΟΛΟΓΙΟ ΑΠΡΙΛΙΟΥ

Στην κυπριακή παράδοση ο Απρίλης θεωρούνταν μήνας της αναγέννησης. Τα χωράφια πρασίνιζαν, τα δέντρα άνθιζαν και οι άνθρωποι έλεγαν πως η γη «ξυπνά» πραγματικά μετά τον χειμώνα. Μα μαζί με την ομορφιά του μήνα υπήρχαν και ιστορίες που περνούσαν από τους παλιούς στους νεότερους.

Κάποτε, σε ένα χωριό της επαρχίας Πάφου, ζούσε ένας νεαρός γεωργός που κάθε χρόνο περίμενε τον Απρίλη για να δει τα χωράφια του να γεμίζουν ζωή. Εκείνη τη χρονιά ο χειμώνας είχε φέρει αρκετές βροχές και όλοι πίστευαν πως η γη θα έδινε καλή σοδειά.

Ένα πρωινό του Απρίλη ο γεωργός βγήκε νωρίς στα χωράφια. Ο ήλιος είχε μόλις ανατείλει και η γη ήταν ακόμη βρεγμένη από τη νυχτερινή δροσιά. Καθώς περπατούσε ανάμεσα στις καλλιέργειες, παρατήρησε πως το χώμα είχε γεμίσει μικρά λουλούδια και πράσινα βλαστάρια που δεν υπήρχαν λίγες μέρες πριν.

Οι παλιοί του χωριού έλεγαν πως αυτή είναι η δύναμη του Απρίλη: μέσα σε λίγες μέρες μπορεί να αλλάξει ολόκληρη τη γη. Εκεί όπου πριν υπήρχε μόνο χώμα και πέτρα, ξαφνικά εμφανίζεται ζωή.

Ο γεωργός στάθηκε για λίγο και κοίταξε γύρω του τα χωράφια που πρασίνιζαν. Θυμήθηκε τότε μια παλιά φράση που έλεγαν οι γέροντες του χωριού: πως ο Απρίλης είναι ο μήνας που δίνει ελπίδα στους ανθρώπους της γης, γιατί τους δείχνει πως ό,τι σπέρνεται με κόπο και υπομονή κάποια μέρα θα ανθίσει.

Από τότε η ιστορία αυτή λεγόταν συχνά στα χωριά για να θυμίζει πως ο Απρίλης δεν είναι μόνο ένας μήνας της άνοιξης, αλλά και μια υπενθύμιση ότι η φύση πάντα βρίσκει τρόπο να ξαναγεννιέται.

-------------------

Ο Απρίλης, το τέταρτο εγγόνι του Χρόνου, από την πρώτη μέρα που ήρθε στον κόσμο είχε ένα μεγάλο ελάττωμα: έλεγε ψέματα διαρκώς. Με τα ψέματα του ανακάτωνε τα πάντα, κι έγινε τέτοιο κακό στη Φύση, που ο γέρο Χρόνος έπρεπε να επέμβει. Τον αγαπούσε, όμως, και ήξερε πως ήταν μικρός και παιχνιδιάρης· έτσι αποφάσισε να του δώσει μια μικρή τιμωρία: από εκείνη τη μέρα, την πρώτη του Απρίλη, όλοι θα είχαν δικαίωμα να λένε ψέματα στον Απρίλη και να τον γελούν. Έτσι γεννήθηκε η Πρωταπριλιά.

Από τότε, οι ψαράδες που ξεκινούσαν για ψάρεμα τον Απρίλη, όταν γύριζαν με άδεια χέρια, διηγούνταν ιστορίες για τεράστια ψάρια που τους ξέφευγαν. Οι άνθρωποι πίστευαν πως τα πρωταπριλιάτικα ψέματα ήταν γούρι· ξεγελούσαν με αυτά όχι μόνο τους άλλους ανθρώπους αλλά και τους δαίμονες, για να κρατήσουν τις περιουσίες τους ασφαλείς.

Στην ύπαιθρο, το παιχνίδι «τον βούριστρον τζιαι τον λαχτοπάτην» ήταν αγαπημένο. Οι μεγαλύτεροι έστελναν άπειρους νέους σε κάποιον ομοχώριο τους για να ζητήσουν τα μυστηριώδη αντικείμενα. Οι νέοι, χωρίς να καταλαβαίνουν, εκτελούσαν τις εντολές και συνήθως δέχονταν τα πειράγματα που συνοδεύονταν από βουρίσματα και λαχτοπατήματα.

Οι νεόνυμφες κοπέλες που γεννούσαν πρόωρα χρησιμοποιούσαν τον Απρίλη για να παραπλανήσουν τον άντρα τους, λέγοντάς του μετρώντας τους μήνες με μια παιχνιδιάρικη λογική:

«Απρίλης γρύλλης τέσσερις, Μάης τσιαι πρωτογιούνης έξη,
Ο μήνας που σ’ αρμάστηκα τσι ο μήνας που με πήρες οχτώ,
Τσι ο μήνας που εστεφανωθήκαμεν ενιά…»

Ο Απρίλης έχει 30 ημέρες και θεωρείται από τους πιο όμορφους μήνες. Ανθίζουν τα λουλούδια, ωριμάζουν τα σπαρτά και φυτεύονται οι αγροί. Για τον λόγο αυτό λέγεται και Φυτευτής, ενώ η παροιμία λέει: «Ο Μάρτης με τα λούλουδα, τζι’ Απρίλης με τα ρόδα».

Την πρώτη του μήνα γιορτάζεται η έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα των Ελλήνων το 1955 για την ανεξαρτησία της Κύπρου από τους Άγγλους. Συνήθως, ο Απρίλης είναι ο μήνας του Πάσχα, γι’ αυτό τον αποκαλούν και Λαμπριάτη.

Ο Απρίλης λέγεται και Γρύλλης, από τη λέξη γρυλλώνω, γιατί οι γεωργοί πρέπει να έχουν τα μάτια τους ανοιχτά στα σπαρτά τους για να μην τα κλέψουν. Η παροιμία λέει: «Απρίλλην γρύλληννε τσιαι θώριννε, τον Μάην κατάκοφκε».

Στις 23 Απριλίου ή την επόμενη μέρα, η εκκλησία γιορτάζει τον Άγιο Γεώργιο τον Δρακοκτόνο. Ο Άγιος προστατεύει τη φύση και τους ανθρώπους, σκότωσε τον δράκο που φύλαγε τα νερά μιας πηγής, και χάρισε ασφάλεια στους κατοίκους.

Έτσι, ο Απρίλης έρχεται με τα λουλούδια του, τα παιχνίδια, τα ψέματα και τις γιορτές του, θυμίζοντας πως η άνοιξη είναι εποχή παιχνιδιάρικη, μα και γεμάτη ζωή και ελπίδα.

ΜΗΝΟΛΟΓΙΟ ΜΗΝΟΣ ΙΟΥΝΙΟΥ

Στην κυπριακή παράδοση ο Ιούνιος θεωρούνταν μήνας φωτεινός και γεμάτος ζωή. Τα χωράφια είχαν πλέον ψηλώσει, τα στάχυα κιτρίνιζαν στον ήλιο και οι άνθρωποι άρχιζαν να προετοιμάζονται για το θέρος. Οι παλιοί έλεγαν πως ο Ιούνιος είναι ο μήνας που δείχνει αν οι κόποι του χειμώνα και της άνοιξης θα ανταμειφθούν.

Κάποτε, σε ένα χωριό της επαρχίας Πάφου, ζούσε ένας γεωργός που κάθε χρόνο περίμενε τον Ιούνιο με μεγάλη αγωνία. Είχε ένα χωράφι με σιτάρι λίγο έξω από το χωριό, σε έναν τόπο που τον έπιανε καλά ο ήλιος και ο αέρας.

Όλο τον χειμώνα είχε δουλέψει τη γη με υπομονή. Όργωσε, έσπειρε και πρόσεχε το χωράφι του κάθε φορά που περνούσε από εκεί. Όταν έφτασε ο Ιούνιος, τα στάχυα είχαν ψηλώσει και είχαν πάρει το χρυσαφένιο τους χρώμα.

Ένα πρωινό βγήκε πολύ νωρίς, πριν ακόμη δυναμώσει ο ήλιος, και πήγε να δει τη σοδειά του. Ο τόπος ήταν ήσυχος και μόνο ο αέρας περνούσε ανάμεσα από τα στάχυα κάνοντάς τα να κυματίζουν σαν θάλασσα.

Οι παλιοί έλεγαν πως εκείνες τις στιγμές η γη μιλά στον άνθρωπο. Όποιος έχει δουλέψει με κόπο και υπομονή, βλέπει τον Ιούνιο τον καρπό των προσπαθειών του.

Ο γεωργός στάθηκε για λίγο και κοίταξε το χωράφι του που απλωνόταν μπροστά του γεμάτο σιτάρι. Κατάλαβε τότε γιατί οι γέροντες του χωριού έλεγαν πως ο Ιούνιος είναι μήνας ευγνωμοσύνης. Είναι η εποχή που η γη ανταποδίδει όσα της έδωσαν οι άνθρωποι.

Και έτσι, όταν αργότερα άρχισε το θέρος και οι άνθρωποι βγήκαν στα χωράφια για να θερίσουν, οι παλιοί θυμούνταν πάντα πως ο Ιούνιος είναι ο μήνας που δείχνει αν η υπομονή και η δουλειά του ανθρώπου αξίζουν τον κόπο.

----------------------------------

Ο Ιούνιος είναι ο μήνας που ωριμάζουν τα μήλα, και όπως λέει το παλιό δύστιχο:
«Ο Μάης με τα τριαντάφυλλα, κι ο Ιούνης με τα μήλα».
Γι’ αυτό και τον ονόμαζαν πρωτογιούνη, τον πρώτο μήνα του καλοκαιριού, προαγωγό της ζέστης και του ήλιου.

Τη νύχτα της 6ης Ιουνίου, στον ουρανό εμφανίζεται ένας μαγικός αστερισμός: η Οπλιά, ή κατά άλλους οι Πλειάδες, ή όπως τον ξέρουμε σήμερα, η Πούλια. Μέχρι αυτήν την ημερομηνία, οι αγρότες πρέπει να θερίσουν τα σπαρτά τους· αν όχι, λένε πως η Οπλιά τα βλέπει και τα κασιάζει, και ο θερισμός γίνεται δύσκολος.

Οι Πλειάδες δεν ήταν μόνο αστερισμός· ήταν εφτά κόρες του τιτάνα Άτλαντα, θεότητες των βουνών, που από την ένωση τους με τον Δία, τον Ποσειδώνα και τον Άρη γεννήθηκαν θεοί και ήρωες. Όμως η ιστορία τους ήταν γεμάτη αγωνία. Ο γίγαντας Ωρίωνας τις ερωτεύτηκε και τις καταδίωξε για πέντε χρόνια, ώσπου οι Πλειάδες κατέφυγαν στον Δία. Εκείνος, με την καρδιά του γεμάτη συμπόνια, τις μετέτρεψε σε αστερισμό για να τις σώσει. Αλλά ο Ωρίωνας δεν τις άφησε· και αυτός έγινε αστερισμός, και γι’ αυτό οι Πλειάδες φαίνεται να προπορεύονται στον ουρανό, ενώ εκείνος τις ακολουθεί, κι όταν πέφτουν προς τη θάλασσα για να του ξεφύγουν, μοιάζει σαν να χορεύουν με τα κύματα.

Στην αρχαιότητα, οι άνθρωποι κοιτούσαν τις Πλειάδες για να προσδιορίσουν τις εποχές: η εμφάνισή τους στα τέλη Μαΐου ανήγγελλε την αρχή του καλοκαιριού, ενώ η δύση τους προμήνυε την αρχή του χειμώνα. Και λένε πως ήταν αστερισμός της αγάπης· γι’ αυτό τραγουδούσαν:
«Έτην Οπλιά π ανέφανε,
τα άστρη της είναι εξι,
όποιος αγάπην αγαπά,
να πάει να θκιαλέξει».

Στις 24 Ιουνίου, η γη φωτίζεται από τη γιορτή του Αϊ Γιανιού του Λαμπροφόρου, ημέρα που τιμάται η γέννηση του Ιωάννη του Βαπτιστή. Την παραμονή, οι αυλές γεμίζουν φωτιά και λαμπρατσιές, και οι νέοι πηδούν πάνω από τις φλόγες, τραγουδώντας για να διώξουν τα κακά πνεύματα και να φέρουν την τύχη. Οι γυναίκες και οι γέροντες διασκέλιζαν πηδώντας κι αυτοί πάνω από τις φλόγες, και το έθιμο αυτό, αν και προσπάθησε να το απαγορεύσει η 6η Οικουμενική Σύνοδος, επέζησε στα κυπριακά χωριά μέχρι τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα.

Στο τέλος της γιορτής, οι φωτιές έκαιγαν τα λουλούδινα στεφάνια που είχαν κρεμαστεί στις πόρτες από την 1η Μαΐου, και την παραμονή αναβίωνε και το έθιμο του Κλήδονα. Οι κοπέλες συγκεντρώνονταν σε ένα σπίτι, και μια από αυτές, που είχε και τους δύο γονείς ζωντανούς, κουβαλούσε το αμίλητο νερό. Κατά τη μεταφορά του δεν μιλούσε καθόλου· τη νύχτα, το νερό αυτό άδειαζε σε πήλινο δοχείο, όπου κάθε κοπέλα έριχνε ένα προσωπικό αντικείμενο. Το δοχείο σκεπαζόταν με κόκκινο ύφασμα και έμενε όλη τη νύχτα υπό το φως των άστρων, για να αποκτήσει μαγικές ιδιότητες. Οι κοπέλες έλεγαν λόγια για να ξορκίσουν το κακό και να ευλογηθεί το νερό:

«Ρίξε το βλέμμα σου, φεγγάρι μου, στο σκοτάδι απόψε σε καλώ,
για να σκορπίσεις το φως σου πάνω σε τούτο το νερό,
ξορκισμένο να ναι από κακό κι ευλογημένο μόνο με το καλό…»

Το πρωί, με την ανατολή του ήλιου, άνοιγαν τον Κλήδονα και έβλεπαν στον καθρέφτη του νερού τα όνειρά τους και τον μελλοντικό τους σύζυγο. Το φεγγαρόνερο αυτό, φτιαγμένο από το αμίλητο νερό, χρησιμοποιούνταν για παντός είδους μαγικές πρακτικές: να ξεπλένονται τα νεογνά, να καθαρίζεται το σπίτι από γρουσουζιά, να ψοφούν οι ψύλλοι και οι κορκοί, και τέλος, να φωτίζει με οράματα τα μελλούμενα.

Κι έτσι, ο Ιούνιος περνάει σαν παραμύθι: με τα μήλα να ωριμάζουν, τα άστρα να φωτίζουν τις νύχτες, τις φωτιές του Αϊ Γιαννιού να τρεμοπαίζουν και τις κοπέλες να περιμένουν με αγωνία τα όνειρά τους. Ένας μήνας γεμάτος φως, μύθους και μαγικά έθιμα, που ενώνει τον ουρανό με τη γη, το παρελθόν με το παρόν, και τους ανθρώπους με τη φύση.

ΜΗΝΟΛΟΓΙΟ ΙΟΥΛΙΟΥ

Στην κυπριακή παράδοση ο Ιούλιος ήταν ο μήνας του καύσωνα, των μεγάλων ζεστών ημερών και του ήλιου που έσταζε φως σε όλη τη γη. Οι παλιοί έλεγαν πως τότε η φύση ξεκουράζεται και περιμένει τον άνθρωπο να τη φροντίσει με προσοχή, γιατί η ζέστη μπορεί να καταστρέψει ό,τι φύτεψε όλο τον χρόνο.

Κάποτε, σε ένα χωριό της Πάφου, ζούσε ένας γεωργός που είχε αμπέλι στον λόφο πάνω από το χωριό. Ο Ιούλιος είχε μπει με καυτό ήλιο και λίγες νεραντζιές που υπήρχαν στον δρόμο μοσχοβολούσαν στο πρωινό αεράκι. Ο γεωργός ήξερε πως οι μέρες αυτές ήταν κρίσιμες για τα σταφύλια, γιατί αν δεν τα πρόσεχε, η ζέστη θα τα έκανε να μαραθούν πριν ωριμάσουν.

Κάθε πρωί έπαιρνε το δοχείο με νερό και πηγαίνοντας στο αμπέλι, πότιζε τα φυτά και έλεγχε τα σταφύλια. Το μεσημέρι κρυβόταν κάτω από τα αμπέλια για να ξεκουραστεί, και το απόγευμα γύριζε σπίτι για να φέρει φαγητό και νερό στους δικούς του.

Οι παλιοί έλεγαν πως τον Ιούλιο έπρεπε να προσέχεις τη γη σαν παιδί, γιατί η φύση ήταν πιο ευαίσθητη και δεν συγχωρούσε αμέλεια. Αν κάποιος δεν πρόσεχε, τα σταφύλια ή τα σιτηρά μαραίνονταν, και ο κόπος όλου του χρόνου χάνονταν.

Μια μέρα, καθώς ο γεωργός περιεργαζόταν τα σταφύλια του, άκουσε έναν ήχο σαν ψίθυρο ανάμεσα στα φύλλα. Λένε οι παλιοί πως είναι η φωνή της γης που μιλάει σε όποιον δουλεύει με προσοχή και αγάπη. Ο γεωργός χαμογέλασε και σκέφτηκε πως όλη η κούραση άξιζε.

Από τότε οι χωριανοί διηγούνταν πως ο Ιούλιος είναι μήνας που δοκιμάζει τον άνθρωπο. Είναι μήνας υπομονής, φροντίδας και προσοχής, αλλά αν τον περάσεις με σεβασμό στη γη, σου δίνει τις πιο γλυκιές ανταμοιβές της χρονιάς.

--------------------------
Στις 17 του μηνός που γιορτάζει η Αγία Μαρίνα, αρχίζουν να ωριμάζουν τα σταφύλια, αφού αυτή την ημέρα μελανίζουν οι πρώτες ρόγες στα τσαμπιά.
Η Αγία Μαρίνα θεωρείται προστάτιδα του ύπνου των μωρών, «Αγιά Μαρίνα τσιαι τσιυρά που μαρανίσκεις τα μωρά» καθώς λέει το τσιαττιστο, θεωρείται επίσης ότι ξεμωρανίσκει και αναζωογονεί τα καχεκτικά παιδιά.
Εάν στις 17 μηνός Αγίας Μαρίνας πνέουν βόρειοι άνεμοι, και εάν στις 20 μηνός Προφήτη Ηλία φυσούν αέρηδες υπό συννεφιά, πιστεύεται ότι το επόμενο έτος θα είναι ευφορότατο, καθώς λέει το δύστυχο, «Βορκάδες της Αγιάς Μαρίνας Νέφη του Προφήτη Ηλία».
Τον αστερισμό της Άρκτου οι Κύπριοι τον καλούν ως άμαξα του προφήτη Ηλία και πιστεύουν ότι όταν σεργιανίζει με αυτήν στους ουρανούς, ο καιρός τρικυμιαζει και χαλάει από τις βροντές που προκαλούν οι τροχοί της άμαξας πάνω στα σύννεφα, και από τις αστραπές που προκαλούνται από τα πέταλα των αλόγων που την σέρνουν.
Όλα τα ξωκλήσια του Προφήτη Ηλία είναι κτισμένα σε ψηλώματα και βουνοκορφές που φυσούν δυνατοί άνεμοι και λογαριάζονται τόποι ιεροί, αφού τα Χριστιανικά έθιμα ορίζουν τον προφήτη Ηλία ως τον αφέντη των ανέμων, γι αυτό ο Ιούλιος με τους πολλούς αέρηδες ονομάζεται Αϊ Λιάτης. Ονομάζεται επίσης Αλωνάρης ή Αλωνιστής αφού στον μήνα αυτό με την βοήθεια των αέρηδων γίνεται το αλώνισμα των σιτηρών στα αλώνια, γι αυτό όταν δεν φυσά, του κάμνουν θυσία μιάν τηανιάν παρακαλώντας τον να αφήσει τους αέρηδες να φυσήσουν.
Το αλώνι είναι ένα μικρός χώρος καυκάλλας στην ύπαιθρο, που οι  γεωργοί διάλεγαν να βρίσκεται σε μέρος που να το φυσούν δυνατοί άνεμοι. Είχε σχήμα κυκλικό και στη μέση βρισκόταν ένα ξύλινο δοκάρι γύρω από το οποίο έτρεχαν τα ζεμένα ζώα ποδοπατώντας τις θημωνιές αλωνίζοντας έτσι τα στάχια. Κατόπιν χρησιμοποιούσαν την δουκάνι, μια ειδικά διαμορφωμένη χοντρή πλατιά σανίδα που από κάτω της είχε μπηγμένα σπασμένα γυαλιά τα οποία θρυμμάτιζαν τα στάχια.
Ύστερα θέλοντας να διαχωρίσουν τον καρπό από τα άχερα, με το δικράνι φτυάριζαν τα σπασμένα στάχια ρίχνοντας τα ψηλά στον αέρα ο οποίος φυσώντας έριχνε τα ελαφρύτερα άχυρα μακρύτερα, ενώ τον βαρύτερο καρπό, κοντύτερα. Τα έθιμα του αλωνισμού ήθελαν τις νοικοκυρές να μην γνέθουν αδράχτι ή ρόκα στο αλώνι, διότι πίστευαν πως ήταν εργαλεία ξόρκια που έδιωχναν τους αέρηδες μακριά.
Τον μήνα Ιούλιο εκτός από τον Προφήτη Ηλία που γιορτάζει στις 20 τους μηνός, την πρώτη του μήνα γιορτάζουν οι  άγιοι Ανάργυροι Κοσμάς και Δαμιανός των οποίων η αφιλοκερδής δραστηριότητά τους ως γιατροί που θεράπευαν τον κόσμο, εξόργισε τον έπαρχο ο οποίος κατά τον 3ο αιώνα τους ζήτησε να αποκηρύξουν την πίστη τους, κι όταν αυτοί αρνήθηκαν τους βασάνισε και στο τέλος τους αποκεφάλισε.
Στις 26 του μήνα εορτάζεται η μνήμη οσιομάρτυρας Αγίας Παρασκευής που σύμφωνα με την παράδοση θεραπεύει τα άρρωστα μάτια.
Στις 27 του μήνα «κουτσοί, στραβοί στον άγιο Παντελεήμονα» καθώς λέει η παροιμία, εφόσον αυτή την ημέρα  εορτάζεται ο Άγιος Παντελεήμονας που ήταν  ιατρός και ασκούσε την ιατρική ως φιλανθρωπία και ο οποίος αποκεφαλίστηκε το έτος 305 από τους ειδωλολάτρες.

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΤΑΠΑΚΟΥΔΗΣ

ΜΗΝΟΛΟΓΙΟ ΜΗΝΟΣ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

Στην κυπριακή παράδοση ο Αύγουστος ήταν μήνας της συγκομιδής και της γιορτής της γης. Ο ήλιος καίει ακόμα δυνατά, αλλά τα χωράφια ανταποδίδουν όλο τον κόπο των ανθρώπων όλου του χρόνου. Οι παλιοί έλεγαν πως όποιος περνούσε τον Αύγουστο με δουλειά και προσοχή, θα γεύονταν την καρδιά της γης.

Κάποτε, σε ένα χωριό της Πάφου, ζούσε ένας γεωργός που είχε αμπέλι και χωράφια με στάρι. Ο Ιούλιος είχε περάσει με ζέστη και φροντίδα, και τώρα ο Αύγουστος είχε φέρει την ώρα του θερισμού και του τρύγου. Οι σταφίδες κρέμονταν βαρειές στα κλήματα και το σιτάρι χρυσίζε κάτω από τον ήλιο.

Κάθε πρωί ο γεωργός ξυπνούσε νωρίς και έβγαινε στα χωράφια. Πρώτα θερίζε τα σπαρτά, ύστερα μαζεύει τα σταφύλια για να τα πάει στο πατητήρι. Οι χωριανοί τον βοηθούν με χαρά, γιατί όλοι ξέρουν πως ο Αύγουστος είναι μήνας δουλειάς αλλά και γιορτής. Οι γυναίκες φτιάχνουν ψωμί και γλυκά για να έχουν όλοι δύναμη, και τα παιδιά τρέχουν ανάμεσα στους λόφους, γεμάτα ζωή και ενέργεια.

Καθώς η μέρα προχωρά, ο γεωργός κάθεται κάτω από ένα μεγάλο πλάτανο και παρατηρεί τα χωράφια του. Σκέφτεται πόσο η γη ανταποκρίνεται στη φροντίδα του. Οι παλιοί λένε πως τότε ακούγεται η φωνή της γης· δεν είναι φωνή όπως των ανθρώπων, αλλά ένας ψίθυρος που γεμίζει την καρδιά χαρά και ευγνωμοσύνη.

Το βράδυ, όλοι οι χωριανοί συγκεντρώνονται για να γιορτάσουν. Τραγούδια, χοροί και γέλια πλημμυρίζουν την αυλή. Οι γέροντες λένε πως τέτοια βράδια ο Αύγουστος δείχνει την πιο φωτεινή του πλευρά· είναι μήνας ανταμοιβής, μήνας που η γη χαμογελά σε όσους τη φρόντισαν με υπομονή.

Και από τότε, στα χωριά της Πάφου, οι ιστορίες για τον Αύγουστο θυμίζουν πάντα πως η καρποφορία και η γιορτή πηγαίνουν μαζί· η εργασία και η χαρά γίνονται ένα κάτω από τον καυτό ήλιο και το γλυκό φως του μήνα.

------------------------------------
«Δοξασίαι του καθ΄ ημάς και άλλων λαών, λείψανα αρχαίων προγνωστικών του καιρού, θεμελιουμένων εις προλήψεις περί επήρειας των ουρανίων σωμάτων επι της ατμοσφαίρας της γης».

Ο Αύγουστος στην Κυπριακή διάλεκτο καλείται Άουστος. Οι πρώτες τρεις ημέρες είναι αποφράδες και καλούνται κακαουσκιές, ή κατ ευφημισμό καλαουσκιές. Οι παλιοί Κύπριοι νόμιζαν ότι μια ώρα εξ αυτών των ημερών ήταν κακή, επειδή όμως δεν γνώριζαν ποια, προς αποφυγήν δεινών απέφευγαν να κάνουν εργασίες εκτός από τις απαραίτητες όπως πλύσιμο ,ζύμωμα και λούσιμο, διότι πίστευαν ότι δεν θα είχαν αίσιον τέλος. Περί του λόγου το αληθές επί τούτου, διηγούνται μιαν ιστορία ότι μια γυναίκα που δοκίμασε να πλύνει τα ασπρόρουχα της, δεν τα κατάφερε γιατι η αλουσίβα που χρησιμοποίησε για το πλήμμα μετετράπηκε σε αίμα. Μιας άλλης γυναίκας δεν ψήνονταν τα ψωμιά στον φούρνο αν και ο φούρνος ήταν κανονικά πυρωμένος.
Επίσης ορισμένοι που λούζονται κατά αυτές τις ημέρες, άλλοι γεμίζουν κακκάδια τα οποία δεν επουλώνονται, ή άλλους πατσαλιάζει το δέρμα τους και δεν θεραπεύεται.
Ακόμη σε ορισμένες περιοχές της Κύπρου πιστεύουν ότι αν τα μεταξωτά ρούχα μείνουν κλειστά μέσα στα σεντούκια τις ημέρες της Κακαουσκιάς, κόβουν και χαλούσιν, γι αυτό τα κρεμμούν στις κρεμμάλλες ώσπου να περάσουν οι κακές μέρες.
Σε κάποιες περιοχές θεωρούνται ως κακαουσκιές μέρες οι πρώτες εφτά μέρες.

Κατά τον μήνα αυτόν οι άνθρωποι προσδιορίζουν τον καιρό του επομένου έτους, διαβάζοντας και αναλύοντας τα μηναλλάγια (εκ της λέξεως μήνας και της βυζαντινής αλλάγιον) παρακολουθώντας τις αλλαγές της ατμοσφαιρικής κατάστασης των ημερών του μήνα τούτου.
Υπολογίζουν τις αλλαγές τοιουτοτρόπως:
«Αουστος, Aπάουστος τζιαί πάλε αρκές του Αούστου» δηλαδή η πρώτη του μήνα είναι Αουστος, ή δεύτερη Απάουστος, και η τρίτη πάλε αρκές του Αούστου». Ή τρίτη του μέρα δηλαδή, λογίζεται ως πρώτη, ή τέταρτη, ως δευτερη, η πέμπτη ώς τρίτη και ούτω καθ΄ εξής, η κάθε μία δέ, αντιπροσωπεύει και ένα μήνα κατά σειράν. Δηλαδή η πρώτη Τρίτη είναι Αύγουστος, ή δεύτερη Τετάρτη είναι ο Σεπτέμβριος κλπ., μέχρι τις 14 του μήνα παραμονής της Κοιμήσεως τής Θεοτόκου, η οποία αντιπροσωπεύει τον Ιούλιον.
Αν κατά την προσδιορισθείσαν ημέραν εκάστου μηνός παρατηρηθούν νέφη, προμαντεύονται ότι ο μήνας εκείνος θα είναι δροσερός και βροχερός.
Αν κατά την προσδιορισθείσαν  ημέραν ο ουρανός είναι ανέφελος και επικρατεί καλοκαιρία, προμαντεύεται, ότι ο μήνας εκείνος θα είναι ξηρος  και άνομβρος.

Κατά την έκτην νύκτα της εορτής της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, τας μεσονυκτίους ώρας ανοίγει ο ουρανός και για απειροελάχιστη ώρα φαίνεται ο Χριστός να κάθεται στο θρόνο περεστοιχιζόμενος υπό αγγέλων ενώ γύρω του ο ουρανός διαχέεται υπό άπλετου φωτός. Αν κάποιος θνητός εκείνη τη στιγμή καταφέρει να αντικρύσει αυτό το υπέρτατο θέαμα, μπορεί να ζητήσει από τον Ιησού Χριστό το Θεό οτιδήποτε, και αυτό θα γίνει πραγματικότης.
Λέγουν οι παλαιότεροι ότι μια γυναίκα που αντίκρισε το θαύμα την ώρα που εσυνέβαινε, στη βιασύνη της μπέρδεψε τα λόγια της και αντί να ζητήσει  «σιήλιες σιηλιάες» υπονοώντας χίλιες χιλιάδες λίρες, είπε «σιήλιες σιηλιάες σιύλλους», δηλαδή χίλιες χιλιάδες σκύλους και την επαύριον το ξημέρωμα, βρήκε την αυλή της γεμάτη με χίλιες χιλιάδες σκύλους «σιήλιες σιηλιάες σιύλλους».
Έχουν να πουν οι άνθρωποι, ότι τη μεταμόρφωση του Σωτήρος επί του όρους Θαβώρ, ή τον τρόπον με τον οποίον την δευτέρα παρουσία θα έλθει και πάλιν στη γη κρίναι ζώντας και νεκρούς ο Χριστός, συμβολίζεται δια αυτού του συμβάντος, και αυτό το γεγονός, ονομάζεται «πλατάνιν»
Την ίδιαν ημέρα αυτού του θαύματος που λαμβάνει χώραν, σε διάφορα χωριά της Πάφου ωριμάζουν τα πρώτα σταφύλια, και οι ιδιοκτήτες πριν τα δοκιμάσουν ή τα γευτούν, τα μεταφέρουν μέσα σε καλάθια στους ναούς για να αγιασθούν και να ευλογηθούν και να διανεμηθούν στους πιστούς όπως γίνεται και με τα κόλλυβα. 

Την 29ην του Αυγούστου που εορτάζεται ή μνήμη της αποτομής της τιμίας κεφαλής του Ιωάννου του Προδρόμου, πιστεύουν ότι ο ήλιος την ώρα που ανατέλλει, αναπηδά στους φωτεινούς δίσκους που τον περιβάλλουν, όπως το ίδιο αναπηδούσε και η κομμένη κεφαλή μέσα στον δίσκο που πρόσφερε ο Ηρώδης στην Σαλώμη, γι αυτό πολλοί άνθρωποι την ημέρα εκείνην σηκώνονται ενωρίς για να αντικρύσουν την ανατολή και το το θέαμα που ίσως να συμβαίνει.
Σε διάφορα χωριά επίσης την ημέρα της αποκεφάλισης, αν κόψουν κρεμμύδι, το κόβουν πλαγίως ή από την ουρά, προς αποφυγήν αποκεφαλίσεως του κρεμμυδιού, τιμώντας έτσι την μνήμην της  αποκεφαλίσεως του Βαπτιστού Ιωάννου.

Μια μακάβρια επίσης δοξασία που λέγουν ότι συμβαίνει αυτήν την ημέρα του Αυγούστου, είναι να μαντεύουν τη διάρκεια της εναπομείναντας ζωής των:
 «Άμα ανατείλει ο ήλιος και πριν υψωθεί στον ορίζοντα, ίστανται βλέποντες προς δυσμάς έχοντες τον ήλιον εκ των όπισθεν. Άν η σκιά του σώματος των σχηματισθεί ακέφαλος, πιστεύουσιν ότι θα αποθάνωσιν εντός του έτους».

Τέλος ο Αύγουστος θεωρείται μήνας θερμός διότι τα νερά είναι θερμά και χλιαρά, κατά πως λέει και η παροιμία:

«Άουστος με τά χλιά νερά, με τα χλωρά αθάσια

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΤΑΠΑΚΟΥΔΗΣ

ΜΗΝΟΛΟΓΙΟ ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ

Στην κυπριακή παράδοση ο Οκτώβρης ήταν ο μήνας της ελιάς και των πρώτων φθινοπωρινών αρωμάτων. Οι παλιοί έλεγαν πως τότε η γη γεμίζει χρυσάφι στα δέντρα και πως οι άνθρωποι πρέπει να δουλέψουν με προσοχή για να μη χαθεί ο καρπός.

Κάποτε, σε ένα χωριό της Πάφου, ζούσε ένας γεωργός που είχε πολλά ελαιόδεντρα στους λόφους γύρω από το χωριό. Όλο το καλοκαίρι είχε φροντίσει τα δέντρα, πότιζε τα μικρά φυτά και καθάριζε τα κλαδιά από τα ξερά φύλλα. Όταν ήρθε ο Οκτώβρης, τα δέντρα ήταν φορτωμένα με μαύρες και πράσινες ελιές, έτοιμες για το λάδι του επόμενου χρόνου.

Ένα πρωινό, ο γεωργός πήρε το καλάθι του και ανέβηκε στο λόφο. Ο ήλιος μόλις ανέτειλε, και η δροσιά του φθινοπώρου έσταζε από τα φύλλα. Καθώς μάζευε τις ελιές, άκουσε τον ήχο του ανέμου ανάμεσα στα δέντρα και το κελάηδισμα των πουλιών που ετοιμάζονταν να φύγουν για τον νότο.

Οι παλιοί λένε πως ο Οκτώβρης είναι μήνας που διδάσκει υπομονή και προσοχή. Αν μαζέψεις τις ελιές γρήγορα και βιαστικά, χάνεται ο καρπός· αν μείνεις άπραγος, ο καρπός πέφτει στη γη και χαλάει. Ο γεωργός ήξερε αυτά τα λόγια και δούλευε προσεκτικά, ένα δέντρο κάθε φορά, για να μην χτυπήσει ή μαυρίσει καμία ελιά.

Το απόγευμα, όταν τα καλάθια ήταν γεμάτα, ο γεωργός κατέβηκε στο χωριό. Οι γείτονες τον βοήθησαν να φορτώσει τις ελιές για το ελαιοτριβείο. Όλοι γνώριζαν πως ο Οκτώβρης είναι μήνας συνεργασίας και κοινής προσπάθειας· η σοδειά δεν είναι μόνο του ενός, αλλά όλου του χωριού.

Και από τότε οι ιστορίες για τον Οκτώβρη θυμίζουν πως ο μήνας αυτός είναι μήνας καρπού, προσοχής και φροντίδας. Είναι ο μήνας που η γη δείχνει στους ανθρώπους την ανταμοιβή τους, αλλά και πόσο σημαντικό είναι να δουλεύουν μαζί για να κρατήσουν τη σοδειά ζωντανή.

---------------------------
Ο Οκτώβρης όπως τον λέγουν στη Κύπρο, είναι ο δεύτερος μήνας του Φθινοπώρου και ο δέκατος του έτους, έχει 31 ημέρες. Είναι ένας μήνας που έχει και βροχερές μέρες αλλά και με λιακάδες, λέγεται ως εκ τούτο και μικρό καλοκαιράκι.

Όταν το Φθινόπωρο τα φύλλα έπεφταν και τα κλαδιά των δένδρων έμεναν γυμνά, ο Οκτώβρης λυπημένος μπρος στην εικόνα του μουντού συννεφιασμένου τοπίου, περιφερόταν στη γη στεναχωρημένος. Απ’ όλα τα φυτά τα χρυσάνθεμα (οκτωβρούες) τον λυπήθηκαν και παρακάλεσαν τον Θεό να τους κάνει τη χάρη, να τα διατηρήσει ανθισμένα όλο το μήνα για να χαρεί ο Οκτώβρης. Έτσι κάθε Οκτώβρη ανθίζουν οι οκτωβρούες.

Ο Οκρώβρης λέγεται επίσης ο μήνας Αϊ Δημητριάτης αφού στις 26 μηνός γιορτάζει ο Άγιος, καθώς και Σπάρτης γιατί οι γεωργοί σπέρνουν, και Βροχάρης για τις ευεργετικές βροχές του. Τα κουκιά για να ευδοκιμήσουν πρεπει να σπέρνονται του Αγίου Λουκά στις 18 Οκτωβρίου όπως λέει η παροιμία «Τ΄Άη Λουκά σπείρε κουκιά».
Όσοι κατασκευάζουν κρασιά, ανοίγουν ανήμερα του Αγίου Δημητρίου τα βαρέλια με το νέο κρασί της χρονιάς και συνηθίζουν να πηγαίνουν λίγο από αυτό στην εκκλησία για να το ευλογήσει ο ιερέας.
Τον Οκτώβρη συμπληρώνεται το όργωμα και η σπορά των χωραφιών καθώς και το φύτεμα των χειμωνιάτικων λαχανικών, και η προετοιμασία για τον ερχόμενο χειμώνα.
Ξέροντας οι άνθρωποι την επικίνδυνη επίδραση τού ματιού και επειδή πίστευαν όλοι στο μάτιασμα και υποπτεύονταν ότι μπορούσε ό καθένας να ματιάζει, την πρώτη ημέρα που πήγαινε ο γεωργός για σπορά, έφευγε νύχτα για τα χωράφια ώστε να αποφύγει τα κακά συναπαντήματα.

Οι νοικοκυρές ετοιμάζουν τα κονάκια τους για τον χειμώνα που έρχεται. Αλλάζουν τις καλοκαιρινές κουρτίνες μα τις χειμωνιάτικες και αντικαθιστούν τα καλοκαιρινά ρούχα και σκεπάσματα μέσα στα αρμάρια τους με αυτά του χειμώνα

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΤΑΠΑΚΟΥΔΗΣ

ΜΗΝΟΛΟΓΙΟ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ

Στην κυπριακή παράδοση ο Σεπτέμβρης ήταν μήνας αλλαγής· ο ήλιος παρέμενε ζεστός, μα οι πρώτες ψυχρές νύχτες προμήνυαν το τέλος του καλοκαιριού. Οι παλιοί έλεγαν πως τότε η γη ησυχάζει μετά τον κόπο της συγκομιδής και οι άνθρωποι αρχίζουν να προετοιμάζονται για τους μήνες που θα έρθουν.

Κάποτε, σε ένα χωριό της Πάφου, ζούσε ένας γεωργός που είχε περάσει όλο το καλοκαίρι μαζεύοντας σταφύλια, σταφίδες και σιτάρι. Τα χωράφια του ήταν πλέον άδεια από τις σοδειές, μα τα δέντρα και οι ελιές είχαν ακόμη φρούτα που περίμεναν να μαζευτούν.

Ένα πρωινό του Σεπτέμβρη, ο γεωργός βγήκε νωρίς και πήγε στα χωράφια για να δει τα δέντρα του. Ο ήλιος ανέτειλε πάνω από τα βουνά και έριχνε χρυσές ανταύγειες στα χωράφια. Τα αρώματα της γης, των λουλουδιών που είχαν μείνει και του φρεσκοκομμένου χόρτου, γέμιζαν τον αέρα.

Οι παλιοί έλεγαν πως τότε ο Σεπτέμβρης «μιλάει» στους ανθρώπους· τους θυμίζει να ευχαριστούν τη γη για όσα τους έδωσε και να προετοιμαστούν για όσα θα φέρει ο χειμώνας. Ο γεωργός σκέφτηκε όλα όσα είχε περάσει· τις καυτές μέρες του Ιουλίου, τις νύχτες του Αύγουστου που γιορτάζανε μαζί με τους χωριανούς, και ένιωσε ευγνωμοσύνη για τη σοδειά του.

Καθώς περπατούσε ανάμεσα στα δέντρα και τα αμπέλια, συνάντησε τα παιδιά του χωριού που έπαιζαν ανάμεσα στα άδεια πια χωράφια. Οι γέροντες του χωριού του είχαν πει πως τα παιδιά φέρνουν τύχη στα χωράφια το Σεπτέμβρη· σαν η χαρά τους ενώνει τον κόπο του χρόνου με την ελπίδα για τον επόμενο.

Και έτσι, κάθε Σεπτέμβρη, οι ιστορίες στα χωριά της Πάφου θυμίζουν πως ο μήνας αυτός είναι μήνας ανασκόπησης και προετοιμασίας· μήνας που η γη και οι άνθρωποι ησυχάζουν λίγο πριν ξεκινήσει ο κύκλος του χειμώνα.

--------------------------
Έθιμα, παραδόσεις και προλήψεις γεννήθηκαν με το πέρασμα των καιρών, με σκοπό να προλάβουν το κακό μάτι, για να είναι η βροχή αρκετή, η γη εύφορη και ο καρπός πολλής.
Ο ένατος μήνας του έτους καλείται από τους Κυ­πρίους Σεπτέμβρης και κατ’ αυτόν οι κάτοικοι της υπαίθρου τηρούν τα έθιμα με περισσήν προσοχή, ώστε να τους έρθουν όλα δεξιά και βοηθητικά.
Την 14ην τελείται ή εορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού, ημέρα κατά την οποίαν οι γυναίκες της υπαίθρου παίρνουν  στις εκκλησίες δέσμες βασιλιτζιάς που έχουν φυτεύσει και καλλιεργήσει οι ίδιες  για να τελεστεί ο αγιασμός της Υψώσεως.
Ακόμα στις 14 Σεπτεμβρίου του Τιμίου Σταυρού, οι γυναίκες βάζουν λίγο από το σπόρο σε ένα πήλινο πιάτο, το πηγαίνουν στην εκκλησία και το αφήνουν δεξιά της Ωραίας Πύλης για να το ευλογήσει ο παπάς και τον οποίο σπόρο ύστερα, σμίγουν και ανακατεύουν με εκείνον που θα σπείρουν την πρώτη μέρα της σποράς. Μέσα στο σακί με το σπόρο βάζουν επίσης τρεις σκελίδες σκόρδο για να μην ματιάζεται, και σπυριά από ρόδι για να γίνουν χοντροί οι σπόροι των σπαρτών σαν του ροδιού.
Ξέροντας οι άνθρωποι την επικίνδυνη επίδραση τού ματιού και επειδή πίστευαν όλοι στο μάτιασμα και υποπτεύονταν ότι μπορούσε ό καθένας να ματιάζει, την πρώτη ημέρα που πήγαινε ο γεωργός για σπορά, έφευγε νύχτα για τα χωράφια ώστε να αποφύγει τα κακά συναπαντήματα.
Θεωρείται ο Σεπτέβρης ώς μεταβατική εποχή από του θέρους εις το φθινόπωρο, μήνα κατά τον οποίο ο καιρός γίνεται ψυχρότερος και θεωρείται επικίνδυνος για την υγεία και όπου κατά τες νύκτες η διαμονή στην ύπαιθρο πρέπει να αποφεύγεται και οι άνθρωποι πρέπει να διαμένουν στες οικίες των.
Ως εκ τούτου σχηματίστηκαν οι λαϊκές ρήσεις:
«Του Σταυρού σταύρωσε τιζ' έμπα 'σσω»
Ή κατά άλλους,
«Του Σταυρού βάωσε τζι' έμπα 'σσω»
Ή ακόμα,
«Του Σταρού σταύρωσε τζι΄ έμπα έσσω βάωσε»
Δηλαδή κατά ή μετά την εορτή του Σταυρού, πρέπει να κλείνονται οι πόρτες και τα παράθυρα των σπιτιών διότι αρχίζει το ψύχος.

Η σελήνη του μηνός αυτού θεωρείται μετεωρολογικό φαινόμενο για την ευφορία του επόμενου έτους. Αν δηλαδή ή σελήνη των πρώτων ημερών του πρώτου τετάρτου της είναι στραμμένη προς τα πάνω και όχι τελείως νοτιοανατο­λικώς, και αν τα άκρα της είναι λεπτά και οξεία, τότε θεωρείται καλός οιωνός και ότι το επόμενο έ­τος θα είναι εύφορον υπό γεωργικής απόψεως.

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΤΑΠΑΚΟΥΔΗΣ

ΜΗΝΟΛΟΓΙΟ ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ

Στην κυπριακή παράδοση ο Νοέμβρης ήταν μήνας που έφερνε τα πρώτα φθινοπωρινά βράδια, τις δροσερές νύχτες και τις πρώτες βροχές που άκουγες να χτυπούν στις στέγες των σπιτιών. Οι παλιοί έλεγαν πως τότε η γη ησυχάζει λίγο μετά τον κόπο της συγκομιδής, αλλά οι νύχτες φέρνουν ιστορίες και μύθους που ζωντανεύουν γύρω από τις φωτιές στις αυλές.

Κάποτε, σε ένα χωριό της Πάφου, ζούσε μια γριά που αγαπούσε να κάθεται κάθε βράδυ στην αυλή της, κοντά στη φωτιά. Εκείνη την εποχή, τα χωράφια ήταν πια άδεια, οι ελιές είχαν μαζευτεί και το σιτάρι είχε μεταφερθεί στους αχυρώνες. Μα η γη ήταν ακόμα ζωντανή· οι βροχές και οι δροσιές είχαν γεμίσει τα ρυάκια, και τα δέντρα κρατούσαν τις τελευταίες σταγόνες δροσιάς στα φύλλα τους.

Η γριά συνήθιζε να λέει στα παιδιά του χωριού ιστορίες για τα πλάσματα που εμφανίζονταν τις φθινοπωρινές νύχτες. Έλεγε πως όταν η νύχτα πέφτει νωρίς, οι σκέψεις γίνονται πιο ζωντανές και τα μυστικά της γης εμφανίζονται στους ανθρώπους που ξέρουν να ακούσουν. Ιδιαίτερα οι ιστορίες για μικρά πλάσματα που ζούσαν στα λιοστάσια ή στα δέντρα των χωραφιών ενθουσίαζαν τα παιδιά και τους μεγάλους.

Μια νύχτα, καθώς η βροχή χτυπούσε απαλά στη σκεπή, η γριά διηγήθηκε την ιστορία ενός χωριανού που είχε βρει μια μικρή φωλιά με φωτεινά πουλιά μέσα σε έναν ξερό κορμό. Τα πουλιά αυτά, έλεγε, είχαν τη δύναμη να φέρνουν τύχη και υγεία σε όποιον τα προσέχει, μα μόνο αν το έκανε με σεβασμό στη φύση και στην ώρα της νύχτας.

Οι παλιοί έλεγαν πως ο Νοέμβρης είναι μήνας παρατήρησης και υπομονής· ο μήνας που η γη ξεκουράζεται, αλλά οι άνθρωποι πρέπει να θυμούνται τα μυστικά της. Τα βράδια που περνούν κοντά στη φωτιά, οι ιστορίες αυτές κρατούν τη μνήμη ζωντανή και διδάσκουν πως κάθε εποχή έχει τη δική της μαγεία.

------------------------------------------

Νιόβρης, ο Μεσοσπορίτης

Έφτασε πάλι ο Νιόβρης, ο ενδέκατος μήνας του χρόνου. Οι παλιοί τον λέγανε Βροχάρη για τις πολλές του βροχές, μα κι Ανακατωμένο, γιατί ποτέ δεν ήξερες αν θα σε βρει ήλιος ή καταιγίδα. Άλλοι πάλι τον φώναζαν Χαμένο, γιατί οι μέρες του μικραίνουν και οι νύχτες τραβούν σαν ιστορίες δίχως τέλος.

Με το που δύει η Πούλια στις αρχές του μήνα, τα πέλαγα αγριεύουν∙ τα καΐκια δένονται στα λιμάνια κι οι ναύτες σταυροκοπιούνται. Από τότε, λένε, αρχίζει το «κλείσιμο» της θάλασσας, και τα ταξίδια παίρνουν τέλος ώσπου να ξαναγυρίσει η άνοιξη.

Μα στη στεριά, ο Νιόβρης είναι ο Σποριάς. Τα χωράφια μυρίζουν χώμα και βροχή, κι οι γεωργοί, με τα ζώα τους και τα σακιά τους, απλώνουν το σπόρο στη γη. Στη μέση του μήνα, άλλοι έχουν προλάβει κι άλλοι ακόμα σπέρνουν – γι’ αυτό τον λεν και Μεσοσπορίτη.

Στις ελιές, τα κλαδιά βαραίνουν από καρπό. Οι άντρες ανεβαίνουν στα δέντρα με τη βάκλα στο χέρι, χτυπούν με τέχνη να μη πληγώσουν τα φύλλα, κι οι γυναίκες μαζεύουν τις μαύρες ελιές στα κοφίνια, τραγουδώντας.

Στις 3 του μήνα, του Αη-Γιώρκη του Σπόρου, αρχίζει το μεγάλο έργο της σποράς. «Χωράφιν του Νιόβρη, πελλόν τζι αν το βρεις», λένε στην Κύπρο, γιατί όποιος αφήσει το χωράφι του ασπαρτο, χάνει τη χρονιά.

Μα στις 8, των Ταξιαρχών, ο φόβος μπαίνει στα σπίτια. Οι γέροι λένε να μη μείνουν τα λασπωμένα παπούτσια στο κατώφλι, μην τα δει ο Αρχάγγελος Μιχαήλ και πάρει την ψυχή του νοικοκύρη. Γιατί παλιά, λένε, ο Θεός είχε δώσει αυτό το καθήκον στον Άη Νικόλα, μα εκείνος σπλαχνίστηκε έναν νέο και πήρε αντί γι’ αυτόν τη ψυχή ενός γερόντου. Έτσι, του πήρε ο Θεός τη θέση και την έδωσε στον Μιχαήλ, που δεν λυπάται. Από τότε, οι γιαγιάδες νηστεύουν στη χάρη του, να τις πάρει κι εκείνες ήσυχα, χωρίς πόνο.

Στις 11 γιορτάζει ο Άγιος Μηνάς, ο φανερωτής. Οι βοσκοί τον παρακαλούν να τους δείξει τα χαμένα τους ζώα, κι οι γυναίκες να τους φανερώσει τα χαμένα τους στολίδια. «Ο Άης Μηνάς εμήνυσε», λένε, όταν βρίσκουν κάτι που χάθηκε. Στις εικόνες, καβαλάει άλογο κι ορμά πάνω στο κακό, σαν φύλακας της δικαιοσύνης.

Κι έπειτα έρχεται ο Άη Φίλιππος, στις 14 του μήνα. Εκείνη τη μέρα, λένε, σταματούν οι αρραβώνες και οι γάμοι, γιατί αρχίζει η νηστεία των Χριστουγέννων. Στο χωριό μας λένε πως ο Άη Φίλιππος ήταν φτωχός γεωργός. Ένα βράδυ, πριν τη νηστεία, έσφαξε το μοναδικό του βόδι για να δώσει κρέας στους φτωχούς, να αποκρέψουν. Μα το πρωί, βρήκε το βόδι του ζωντανό, από θαύμα του Θεού. Έτσι αγίασε ο καλός γεωργός, και από τότε, στη γιορτή του, ξεκινά η τεσσαρακοστή.

Και στο τέλος του μήνα, στις 30, φτάνει ο Άγιος Αντρέας. Με το όνομά του –από το «ανδρείος»– δυναμώνει κι ο καιρός. «Τ’ Άη Αντρέα αντρειεύει το κρύο», λένε, γιατί από τότε αρχίζει ο χειμώνας για τα καλά. Η νύχτα μακραίνει, ο ήλιος βασιλεύει νωρίς, κι ο κόσμος μαζεύεται γύρω από τη φωτιά να πει ιστορίες για αγίους, για ψυχές και για θαύματα.

Κι έτσι κυλά ο Νιόβρης – βροχερός, μυστηριώδης και σοβαρός. Ένας μήνας που σπέρνει τη γη και προετοιμάζει τις ψυχές για τα Χριστούγεννα που έρχονται.


ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΤΑΠΑΚΟΥΔΗΣ

ΜΗΝΟΛΟΓΙΟ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ

Στην κυπριακή παράδοση ο Δεκέμβρης ήταν μήνας του χειμώνα, του ψύχους και της προετοιμασίας για τις μεγάλες γιορτές των Χριστουγέννων. Οι παλιοί έλεγαν πως τότε οι νύχτες γίνονται μακριές και μυστηριώδεις, αλλά η φωτιά στο τζάκι και οι ιστορίες στα σπίτια ζεσταίνουν τις καρδιές.

Κάποτε, σε ένα χωριό της Πάφου, ζούσε μια οικογένεια που κάθε Δεκέμβρη συγκεντρωνόταν γύρω από τη μεγάλη φωτιά στην αυλή. Τα χωράφια είχαν πια ησυχάσει, τα δέντρα ήταν γυμνά από φύλλα, και ο αέρας μετέφερε τη μυρωδιά από ξύλα και κάρβουνα που έκαιγαν στα σπίτια.

Η γριά της οικογένειας, που αγαπούσε τα παραμύθια, κάθε βράδυ διηγόταν στα παιδιά ιστορίες για καλικάντζαρους, νυχτοπούλια και πλάσματα που ξυπνούσαν μόνο τις νύχτες του χειμώνα. Έλεγε πως οι καλικάντζαροι ανέβαιναν από τα βάθη της γης για δώδεκα μέρες, πειράζοντας τους ανθρώπους και κάνοντας μικρά παιχνίδια, αλλά έφευγαν μόλις έφταναν τα Φώτα.

Ένα βράδυ, ενώ τα παιδιά κοιτούσαν τη φωτιά και άκουγαν τα χτυπήματα της βροχής στη σκεπή, η γριά διηγήθηκε την ιστορία ενός νεαρού που είχε αφήσει μια φρέσκια φέτα ψωμί στο κατώφλι για τους καλικάντζαρους. Τα πλάσματα, είπε, ήρθαν, πήραν το ψωμί, και αντί να κάνουν ζημιές, φρόντισαν τα ζώα του στο μαντρί και φύλαξαν το σπίτι από κακοτυχία.

Οι παλιοί έλεγαν πως ο Δεκέμβρης διδάσκει δύο πράγματα: να προσέχεις τη γη και το σπίτι σου, και να θυμάσαι πως η καλοσύνη και η φροντίδα για τους γύρω σου φέρνουν τύχη. Οι νύχτες μπορεί να είναι σκοτεινές και μακριές, μα οι καρδιές γεμίζουν φως με ιστορίες, τραγούδια και γέλια γύρω από τη φωτιά.

Έτσι ο Δεκέμβρης στα χωριά της Κύπρου συνδέεται πάντα με παραδόσεις, μύθους και γιορτές, κρατώντας ζωντανή τη μνήμη και τη μαγεία του χειμώνα για όλο τον χρόνο.

Αν θέλεις, μπορώ να σου φτιάξω μια συνολική συλλογή όλων των ιστοριών από Ιανουάριο ως Δεκέμβριο σαν ένα ενιαίο λαογραφικό αφηγηματικό βιβλιαράκι για κάθε μήνα. Θέλεις να το κάνω;

---------------------------------

Στα χωριά της Κύπρου, ο Δεκέμβρης ήταν ο μήνας που έκλεινε τη χρονιά και άνοιγε την καρδιά του χειμώνα. Οι νύχτες γίνονταν μακριές και μυστηριώδεις, μα η μυρωδιά από ξύλα και κάρβουνα που έκαιγαν στα σπίτια και η φωτιά στις αυλές ζέσταιναν τις ψυχές των ανθρώπων.

Παλιά στα χωριά της Πάφου, οι οικογένειες ετοιμάζονταν για τα Χριστούγεννα. Στα σπίτια μυρίζαν καπνός, χοιρινό και ψωμί, γιατί ήταν και ο μήνας των σφαγείων. Οι γυναίκες φτιάχνανε λούντζες, λουκάνικα και ζαλατίνες, τα απλώνανε στον ήλιο ή τα φυλάγανε μέσα στο λίπος του ζώου για όλο τον χειμώνα. Τα παιδιά και οι γέροντες γύρω από τη φωτιά τραγουδούσαν και γελούσαν, και κάθε σπίτι γέμιζε ζωή και φωνές.

Οι πρώτες μέρες του μήνα είχαν ιδιαίτερη σημασία. Από τις 4 ως τις 6 Δεκεμβρίου γιορτάζονταν τα Νικολοβάρβαρα: της Αγίας Βαρβάρας, του Αγίου Σάββα και του Αγίου Νικολάου. Τις μέρες αυτές ο καιρός ήταν συχνά βροχερός, και οι παροιμίες έλεγαν: «Τα Νικολοβάρβαρα κι οι τοίχοι χάρβαλα», γιατί τα σπίτια ποτίζονταν από τις βροχές και «απ’ τα Νικολοβάρβαρα αρχίζει κι ο χειμώνας».

Στις 4 Δεκεμβρίου, οι μανάδες έβραζαν γλυκιά βαρβάρα ή φτιάχνανε μελόπιτες για να αφήσουν στα σταυροδρόμια· λέγανε πως έτσι θα γλυκάνει η αρρώστια και τα παιδιά θα είναι προστατευμένα. Την επόμενη μέρα, του Αγίου Σάββα, μαγείρευαν φάβα για να δώσει δύναμη και υγεία, και ο Άγιος Σάββας προστάτευε τις ψυχές από αρρώστιες και κακοτυχίες. Την τρίτη μέρα, στις 6 Δεκεμβρίου, γιορτάζει ο Άγιος Νικόλας, ο προστάτης των ναυτικών και των θαλασσών, που φέρνει βροχές και ηρεμία στα νερά. Οι ναυτικοί, λέγαν οι παλιοί, ρίχνανε λάδι ή ψίχουλα στα κύματα για να τον καλοπιάσουν και να γαληνέψει η θάλασσα.

Υπάρχει και μια ιστορία για τον Άγιο Νικόλα από τα παλιά. Παλιά, τα καΐκια ταξίδευαν χωρίς τιμόνι και έσκαγαν στα βράχια όταν σηκωνόταν θύελλα. Ένας γέρος με άσπρα γένια και ξύλο στο χέρι στάθηκε στην πρύμνη και κράτησε το καΐκι όρθιο· όλοι σώθηκαν. Ο περάτης που τρομοκρατούσε τα καράβια χάθηκε, γιατί ο γέρος ήταν ο ίδιος ο Άγιος Νικόλας που νίκησε το κακό.

Στις 15 Δεκεμβρίου, γιορτάζει ο Άγιος Ελευθέριος, προστάτης των εγκύων και των μαιών. Οι γυναίκες δεν δουλεύουν εκείνη τη μέρα, για να φέρει «καλή λευτεριά» και τα παιδιά να γεννηθούν με υγεία.

Και τέλος, έρχεται η πιο λαμπρή νύχτα: τα Χριστούγεννα, στις 25 Δεκεμβρίου. Τα σπίτια στολίζονται, η γη φοράει τα καλά της και το φως της φάτνης φωτίζει τις καρδιές. Ακολουθούν η γιορτή του Εμμανουήλ στις 26 και του Αγίου Στεφάνου στις 27, που κλείνουν τις γιορτές του Δεκέμβρη με τραγούδια, φαγητό και χαρά.

Έτσι κυλά ο Δεκέμβρης στα χωριά της Κύπρου — γιορτινός, μυρωδάτος και ιερός. Μήνας που σφάζει το παλιό και γεννά το νέο, που ενώνει το χώμα, τη θάλασσα και τον ουρανό κάτω από το ίδιο φως των Χριστουγέννων.